Ομπλίκ (Λάζαρος Αλεξάκης)

Δεν ξέρω αν θα είμαι κάπως υποκειμενική σχετικά με το Ομπλίκ.

Βλέπετε, το έγραψε ένας άνθρωπος που εκτιμώ χωρίς να τον έχω γνωρίσει.

Επίσης, τα βιβλία που με κάνουν να επανέρχομαι στο διάβασμα μετά από μεγάλα διαστήματα τα αγαπώ κάπως παραπάνω κι έχουν μία θέση στην καρδιά μου.

Το Ομπλίκ πάντως, αυτό το νησάκι, αυτός ο ανεμοδαρμένος βράχος στο αρχιπέλαγος Ιρουάζ, μόνο στο σύμπαν του Αλεξάκη θα μπορούσε να γίνει το θέατρο αυτής της τρελής ιστορίας.

Μια τρελή ιδέα, μια υπερβολική αντίδραση, οι απίθανες συνέπειες, οι μοναδικοί χαρακτήρες. Το σύμπαν του Ομπλίκ, ένας πλανήτης μικροσκοπικός μέσα στον δικό μας πλανήτη.

Οι περιγραφές του νησιού, των χαρακτήρων, των δρώμενων σε βάζουν τόσο μέσα στο βιβλίο, θα έλεγα σε μεταφέρουν κανονικά στο νησί. Και μετά ό,τι έπεται των πρώτων διασκεδαστικών καταστάσεων, είναι τελικά τόσο γνώριμο, τόσο επίκαιρο, τόσο πραγματικό που η υπερβολή δεν είναι πια υπερβολή, η μυθοπλασία είναι σχεδόν ένα ντοκυμαντέρ του παραλόγου της πολιτικής, της κοινωνίας, της ζωής μας.

Το Ομπλίκ είναι από τα βιβλία που με το χιούμορ, την καλή γραφή, τον κυνισμό του, τη ζωντάνια του και τελικά την επικράτηση του καλού στη μάχη του με το κακό, το κάνουν δύσκολο να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Ένα όνειρο κάποιο βράδι

Γραμμένο από έναν φίλο πριν 20 χρόνια, αν μου δώσει την άδεια θα γράψω και το όνομά του

Εχθές σε ονειρεύτηκα – αν και είχα πολύ καιρό, τουλάχιστον δυο χρόνια να ονειρευτώ οτιδήποτε….

Είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη και σε είχα βρει στο γραφείο σου. Φορούσες άσπρα ρούχα κι όταν με είδες χαμογέλασες, λίγο ειρωνικά μου φάνηκε. Ένιωθα να κάνει τρομερό κρύο, και να φυσάει αέρας μέσα στο δωμάτιο. Μου είπες να περιμένω να τελειώσεις κάποιες δουλειές που έχεις. Έκατσα σε μια χαμηλή καρέκλα δίπλα στο γραφείο και έπαιζα με τα πράγματα που είχες εκεί πάνω…ένα καραβάκι θυμάμαι, κι ένα παράξενο χαρτοκόπτη σαν ισπανικό μαχαίρι, κι ένα κουτί σκαλιστό που δεν τολμούσα ν’ ανοίξω. Όλο το δωμάτιο ήταν άδειο, και μακριά λινά άσπρα σεντόνια κρέμονταν από τους τοίχους. Άγνωστοι έμπαιναν και έβγαιναν συνέχεια με τεράστιους μακρόστενους μαύρους χαρτοφύλακες και άφηναν πράγματα στο γραφείο σου, κι εσύ έγνεφες με ικανοποίηση. Πρόσεξα ότι το πάτωμα ήταν καλυμμένο με μια λεπτή άσπρη μαλακή διάφανη σκόνη σαν πούδρα.

Στη γωνία του δωματίου χτυπούσε ένα τηλέφωνο πολύ μαλακά και σε αραιά διαστήματα, σχεδόν υπνωτιστικά. Κάποια στιγμή δύο άνθρωποι με χαρτοφύλακες φώναζαν ο ένας στον άλλο θυμωμένοι και εκνευρισμένοι, ψάχνοντας για την απάντηση σε κάτι, δεν θυμάμαι τι…Ήξερα την απάντηση σ’ αυτό που έψαχναν και ήθελα να τους το πω, αλλά κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι μου να μιλήσω, με κοίταζες απότομα και σταματούσα. Μετά από ώρα σήκωσες το χέρι σου κι αυτοί υποκλίθηκαν με ιδιαίτερα γελοίες και υπερβολικές κινήσεις, κι έφυγαν.  

Ανά διαστήματα με κοίταζες πότε με κείνο το αρχικό χαμόγελο, και πότε με το καχύποπτο ύφος που κοιτάμε κάποιον όταν προσέχουμε μην κάνει τίποτα κακό…Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκες και προχώρησες σε ένα διάδρομο, και παρ’ όλο που δεν μου μίλησες δεν μπορούσα παρά να σε ακολουθήσω. Θυμάμαι ότι το κρύο δυνάμωνε όσο προχωρούσαμε. Μπήκαμε σε ένα δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό ήταν μια λίμνη τόσο μεγάλη που το δωμάτιο φαινόταν να χάνεται στον ορίζοντα…οι άκρες του δεν φαίνονταν. Η λίμνη φαινόταν πολύ βαθιά και σκοτεινή και τρομαχτική. Σταμάτησες και με κοίταξες, κάνοντας μου νόημα να προχωρήσω, αλλά ένοιωθα τα πόδια μου ξύλινα και άκαμπτα. Μου χαμογέλασες πάλι και κούνησες αποδοκιμαστικά το κεφάλι σου, λέγοντας «Φοβάσαι.» σαν δήλωση όχι σαν ερώτηση. Τότε έβαλες τα χέρια σου στη λίμνη και άρχισες να ταράζεις τα νερά που ξαφνικά άρχισαν να γίνονται καθαρά σαν κρύσταλλο και να μυρίζουν σαν τριαντάφυλλο…ίσως πικραμύγδαλο. Μετά έβαλες τα χέρια στη μέση, περιμένοντας τη δική μου κίνηση.

Μπήκα πολύ αργά στο νερό και ήταν ζεστό και καθαρό, και άρχισα να προχωράω…Η αίσθηση ήταν υπέροχη, έτσι πήρα λίγο και το έριξα στο πρόσωπο μου. Συνέχισα να προχωράω μέχρι που το νερό έφτανε περίπου στο στήθος μου. Τότε έγινε. Ξαφνικά ένιωσα το νερό να γίνεται πράσινο και γλοιώδες και σκοτεινό και παγωμένο και θυμωμένο και να κολλάει πάνω μου…Ένιωσα τα χέρια μου να γίνονται τόσο βαριά σαν να ήταν δεμένα σε άγκυρες. Δεν χρειαζόταν να γυρίσω πίσω για να καταλάβω ότι είχες φύγει. Άκουσα το κλείσιμο της πόρτας το σκοτάδι χίμηξε από παντού και το νερό μ’ αγκάλιασε ολόκληρο με προσμονή και λαιμαργία και ικανοποίηση και έμεινα εκεί να κλαίω.

Το περίεργο είναι ότι δεν σταμάτησε εκεί…

Ξαφνικά μέσα από ανείπωτη θλίψη, ήρθε ένας τέτοιος θυμός, καθαρός και απόλυτος, που ένιωσα το δωμάτιο να μικραίνει μπροστά μου. Βγήκα από τη λίμνη σαν να περπατούσα στον αέρα…Έπιασα την πόρτα και το πόμολο έγινε κομμάτια στο χέρι μου. Περπάτησα στο διάδρομο που άρχισε να ραγίζει ολόκληρος και κομμάτια του να πέφτουν από τους τοίχους. Μπήκα στο γραφείο όπου δεν χρειαζόταν να κοιτάξω για να δω ότι είχες φύγει. Η σκόνη, όπου πατούσα, σηκωνόταν σε στρόβιλους μέχρι το ταβάνι. Τα σεντόνια στους τοίχους πήραν φωτιά, και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει υστερικά. Οι άνθρωποι με τους χαρτοφύλακες με κοίταζαν με τρόμο και κατάλαβα ότι το πρόσωπο μου πρέπει να είχε αλλάξει πολύ. Ηλεκτρική φωτιά από καλώδια και μυρωδιά από καμένο λάστιχο και θειάφι ήταν παντού. Όλα γύρω μου άρχισαν να ανατινάζονται με τρομερό θόρυβο. Παντού ακούγονταν ουρλιαχτά. Πόρτα δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησα με δύναμη τον τοίχο δεξιά μου που σκίστηκε σε δυο κομμάτια σαν πανί.

Έξω ήταν νύχτα και τα αστέρια φαινόταν τόσο άψυχα που ήξερα ότι δε θα ξημερώσει ποτέ ξανά. Κατάλαβα ότι γελούσα, ενώ τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα.

Ευτυχώς, κάποιος με λυπήθηκε και ξύπνησα…   

Είσαι πολύ τυχερή που δεν βλέπεις όνειρα.