Henry Miller: Ο τροπικός του Καρκίνου

20180114_101123.jpg

«………………………………Εάν σε οποιαδήποτε στιγμή έρθει κάποιος ενώπιος ενωπίω με το απόλυτο, τότε η μεγαλειώδης ευσπλαχνία που κάνει ανθρώπους, όπως ο Γκαουτάμα και ο Ιησούς, να μοιάζουν θεϊκοί, παγώνει και χάνεται – το τερατώδες δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπόρεσαν ρόδα να δημιουργήσουν από τούτη τη στοιβαγμένη κόπρο αλλά ότι, για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο, είχαν θελήσει να δημιουργήσουν ρόδα. Για τον ένα η τον άλλο λόγο, ο άνθρωπος θέλει το θαύμα, το αναζητάει, και για να το κατορθώσει θα πρέπει να πορευθεί μέσα από το αίμα. Θα διαφθαρεί από τις ιδέες, σε μια σκιά θα περιορίσει τον εαυτό του αν για ένα δευτερόλεπτο στη ζωή του όλη μπορέσει να κλείσει τα μάτια απέναντι στην αποτροπιαστική πραγματικότητα. Τα πάντα υπομένει – την ατίμωση, τον εξευτελισμό, την ένδεια, τον πόλεμο, το έγκλημα, την πλήξη – μπροστά στην πίστη ότι μες στη νύχτα κάτι θα συμβεί, ένα θαύμα, που θα κάνει τη ζωή υποφερτή. Και αδιάκοπα,  όλο το χρονικό διάστημα, ένα καταμετρητής τρέχει εδώ κι εκεί εντός μας και δεν υπάρχει χέρι να μπορεί να τον φτάσει και να τον παύσει. Ναι, όλη την ώρα κάποιος τρώει της ζωής τον άρτο και πίνει της ζωής τον οίνο, κάποιος χοντρός παπάς σαν κατσαρίδα που κρύβεται στα κελάρια καταβροχθίζει τον άρτο και μπεκροπίνει με τον οίνο, ενώ πάνω απ’ το φως ενός δρόμου ένας οικοδεσπότης φάντασμα αγγίζει τα χείλη και το αίμα γίνεται άχρωμο σαν το νερό…»

Χάρι Μούλις «Ο προστατευόμενος»

Μια επιλογή από αντιπροσωπευτικά διηγήματα που ο συγγραφέας έγραψε την περίοδο 1948-1980. Στο ομώνυμο πρώτο διήγημα, συναντά στην πλαγιά ενός βουνού όλους τους χαρακτήρες από τα μελλοντικά βιβλία του.             2016-10-08-11-07-02

Απόσπασμα από τον «Προστατευόμενο»:

…… Παρ’ όλα αυτά με είχε εντυπωσιάσει. Ναι μεν ήμουν ενήμερος ότι ο Θεός δεν υπήρχε – πράγμα που μπορούσε να επικαλεστεί κανείς ως ελαφρυντικό του Θεού, εδώ που τα λέμε – δεν γινόταν όμως να αρνηθώ οτι η Εκκλησία υπήρχε, κι αυτό είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από την ύπαρξη η μη του Θεού.

Απόσπασμα από το «Περιοδεύων»

…….Ο Σάντερ κοίταξε πίσω του. Οι στρατιώτες θα τους τουφέκιζαν πισώπλατα αν αρνιόντουσαν να προελάσουν. Έτσι ήταν ο πόλεμος. Οι εχθροί αλληλοπυροβολούνταν στο στήθος, οι σύμμαχοι στην πλάτη από μια ακόμη πιό επικίνδυνη, αντεστραμμένη έχθρα που λέγεται φιλία.

Νίκου Καζαντζάκη – Αναφορά στον Γκρέκο

(Μου το θύμισε φίλος με τις ευχές του και τον ευχαριστώ…)

 

2015-12-25 10.41.35

Η ευχή του δασκάλου…

»Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. Έκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνιγόμουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου.

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ‘βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!»