Χάρι Μούλις «Ο προστατευόμενος»

Μια επιλογή από αντιπροσωπευτικά διηγήματα που ο συγγραφέας έγραψε την περίοδο 1948-1980. Στο ομώνυμο πρώτο διήγημα, συναντά στην πλαγιά ενός βουνού όλους τους χαρακτήρες από τα μελλοντικά βιβλία του.             2016-10-08-11-07-02

Απόσπασμα από τον «Προστατευόμενο»:

…… Παρ’ όλα αυτά με είχε εντυπωσιάσει. Ναι μεν ήμουν ενήμερος ότι ο Θεός δεν υπήρχε – πράγμα που μπορούσε να επικαλεστεί κανείς ως ελαφρυντικό του Θεού, εδώ που τα λέμε – δεν γινόταν όμως να αρνηθώ οτι η Εκκλησία υπήρχε, κι αυτό είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από την ύπαρξη η μη του Θεού.

Απόσπασμα από το «Περιοδεύων»

…….Ο Σάντερ κοίταξε πίσω του. Οι στρατιώτες θα τους τουφέκιζαν πισώπλατα αν αρνιόντουσαν να προελάσουν. Έτσι ήταν ο πόλεμος. Οι εχθροί αλληλοπυροβολούνταν στο στήθος, οι σύμμαχοι στην πλάτη από μια ακόμη πιό επικίνδυνη, αντεστραμμένη έχθρα που λέγεται φιλία.

Νίκου Καζαντζάκη – Αναφορά στον Γκρέκο

(Μου το θύμισε φίλος με τις ευχές του και τον ευχαριστώ…)

 

2015-12-25 10.41.35

Η ευχή του δασκάλου…

»Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. Έκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνιγόμουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου.

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ‘βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!»

Ο λύκος της στέπας – Herman Hesse

2015-05-17 19.06.47

Το ποίημα:

Εγώ ο Λύκος της Στέπας γυρίζω ξανά και ξανά,

ο κόσμος είναι γεμάτος χιόνι,

από τη σημύδα ξεπετιέται φτερωμένο το κοράκι,

αλλά πουθενά ένας λαγός, πουθενά ένα ζαρκάδι!

Αγαπώ τόσο πολύ τα ζαρκάδια.

Αν έβρισκα ένα!

θα τό’παιρνα στα δόντια, στα χέρια,

αυτό είναι το πιό ωραίο που υπάρχει.

Θα ήμουν ο αγαπημένος από τα βάθη της καρδιάς,

αν, να με έτρωγες μέσα στα τρυφερά σου σαγόνια,

πότισέ με χορταστικά στο ρόδινό σου αίμα,

κι έπειτα ολόκληρη τη νύχτα μονάχο να ουρλιάζεις.

Μ’ ένα λαγό θα ήμουν ευχαριστημένος,

γλυκιά είναι η γνώση της ζεστής σου σάρκας μέσα στη νύχτα-

άχ όλα έφυγαν από μένα,

τι κάνει τη ζωή να ‘ναι λιγάκι ευτυχισμένη;

Άσπρισαν λίγο τα μαλλιά μου στις άκρες,

δε μπορώ πια να βλέπω καθαρά,

εδώ και πολλά χρόνια πέθανε η γυναίκα μου.

Και τώρα γυριζω και ονειρεύομαι ζαρκάδια,

γυρίζω και ονειρεύομαι λαγούς.

Άκου τον αέρα που σφυρίζει στη χειμωνιάτικη νύχτα,

Βρέξε με χιόνι το φλογισμένο μου λαρύγγι,

Φέρε το διάβολο μέσα στην άθλια ψυχή μου.

Αν ο αγρότης αφήσει την πόρτα ανοιχτή και μπει η αλεπού και φάει όλες τις κότες, τότε δεν θα φταίει η αλεπού

Νομίζω ένα βιβλίο που θα πρέπει να αγοράσουμε όλοι οι Έλληνες… Εξαιρετική παρουσίαση και εξαιρετικό άρθρο.

http://news247.gr/eidiseis/reportaz/pws-syndeontai-h-goldman-sachs-to-grexit-kai-oi-kyvernhseis-shmith-papadhmoy-h-topothethsh-varoyfakh.3326127.html

Το Άρωμα – Patrick Suskind

2015-01-18 14.11.31

«…Ένοιωθε απαίσια γιατί δεν μπορούσε να απολαύσει ούτε ένα δευτερόλεπτο από τον θρίαμβό του. Τη στιγμή που βγήκε απ’ την άμαξα κι έκανε την εμφάνισή του στην ηλιόλουστη πλατεία, φορώντας το άρωμα που τραβάει την αγάπη των ανθρώπων, το άρωμα που δούλεψε δυο χρόνια για να το φτιάξει, το άρωμα που όλη του τη ζωή αγωνιζόταν ν’ αποχτήσει… τη στιγμή, που έβλεπε κι οσφραινόταν την ακαταμάχητη επιρροή του πάνω στους ανθρώπους ολόγυρα – εκείνη τη στιγμή ξύπνησε και πάλι μέσα του η αηδία που ένοιωθε για τους ανθρώπους και του δηλητηρίασε τον θρίαμβό του, τον κατέστρεψε. Δεν αισθανόταν πια χαρά, ούτε καν ικανοποίηση. Αυτό που ποθούσε πάντα, η αγάπη των ανθρώπων, του έγινε αφόρητο, την ίδια στιγμή που το κέρδισε – γιατί ο ίδιος δεν τους αγαπούσε, τους μισούσε. Και ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν θα’ βρισκε ποτέ ικανοποίηση στην αγάπη, αλλά μόνο στο μίσος, στο μίσος το δικό του για τους άλλους και των άλλων γι’ αυτόν.»

Χένρυ Μιλλερ – Ο καιρός των δολοφόνων

2015-01-10 17.18.50

ένα βιβλίο πάνω στο έργο του Ρεμπώ, τον ποιητή που αρνιόταν για πολλά χρόνια ο συγγραφέας

….

Πάνω στο ποιητικό πτώμα του Ρεμπώ, αρχίσαμε να χτίζουμε έναν πύργο της Βαβέλ. Τι σημασία έχει αν υπάρχουν πάντα ποιητές, και αν ορισμένοι είναι ακόμα κατανοητοί, ικανοί να επικοινωνούν με το πλήθος. Που κατευθύνεται η ποίηση, που είναι ο δεσμός ανάμεσα στον ποιητή και στο κοινό του; Ποιό είναι το μήνυμα; Πάνω σ’ αυτό πρέπει ν’αναρωτηθούμε πριν απ’ όλα. Τίνος η φωνή ακούγεται σήμερα, του ποιητή η του επιστήμονα; Τι μας απασχολεί περισσότερο; Η ομορφιά, όσο πικρή κι αν είναι, η η ατομική ενέργεια; Και ποιά είναι η κύρια συγκίνηση που προκαλούν οι μεγάλες μας ανακαλύψεις; Ο τρόμος! Γνώση χωρίς φρόνηση, άνεση χωρίς ασφάλεια, πίστη χωρίς δράμα, αυτή είναι η κατάστασή μας. Η ποίηση της ζωής δεν εκφράζεται παρά με μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς όρους. Ο ποιητής είναι ένας παρίας, μια ανωμαλία, σε κατάσταση εξασθένησης. Ποιός μπορεί να ενδιαφέρεται σήμερα να γίνει τερατικός; Το τέρας είναι παντού. Δραπέτευσε απ’ το εργαστήριο, είναι στη διάθεση όποιου έχει το θάρρος να το χρησιμοποιήσει. Στ’ αλήθεια, ο κόσμος έγινε πολυπρόσωπος. Ο ηθικός δυισμός (όπως όλοι οι δυισμοί) κατέρρευσε. Βρισκόμαστε στην εποχή της παλίρροιας και του τυχαίου. Ο τρομερός σίφουνας προχωράει….

Γάντια ύπνου – Μπελίκα Κουμπαρέλη

2014-10-28 17.16.50

Τώρα που δεν υπάρχουν πια οι γυναίκες του να τον λένε «τζιέρι μου», πρέπει να μάθει να ζει στη μιζέρια όσων δεν άκουσαν χαϊδευτικά.

Η ζωή γράφει την δική της ιστορία, ενώνοντας το τραγικό με το γελοίο σ’ έναν ιστό αράχνης που καταπίνει τα πάντα.

Τώρα μαθαίνει τι σημαίνει να γίνεσαι έρμαιο της τύχης.

Αυτός ο άντρας θυμάται για να επιβιώσει. Θυμάται αποσπασματικά, ασυνάρτητα, πυρετικά. Τα πάντα γίνονται έρωτας – ένας έρωτας τελετουργικός, αχαλίνωτος, μανιακός.

Θυμάται αβάσταχτα.

Ποιό μυαλό μπορεί να συλλάβει τον απόλυτο χαμό;

Ποιά ψυχή μπορεί να διαγράψει το χάδι;

Ποιό σώμα μπορεί να ξεχάσει την ηδονή;

Η μαγεία. Ο πόθος. Η παράνοια. Ο θάνατος. Η άρνηση.

Ο άντρας που μένει μισερός χωρίς τη Γυναίκα