Γάντια ύπνου – Μπελίκα Κουμπαρέλη

2014-10-28 17.16.50

Τώρα που δεν υπάρχουν πια οι γυναίκες του να τον λένε «τζιέρι μου», πρέπει να μάθει να ζει στη μιζέρια όσων δεν άκουσαν χαϊδευτικά.

Η ζωή γράφει την δική της ιστορία, ενώνοντας το τραγικό με το γελοίο σ’ έναν ιστό αράχνης που καταπίνει τα πάντα.

Τώρα μαθαίνει τι σημαίνει να γίνεσαι έρμαιο της τύχης.

Αυτός ο άντρας θυμάται για να επιβιώσει. Θυμάται αποσπασματικά, ασυνάρτητα, πυρετικά. Τα πάντα γίνονται έρωτας – ένας έρωτας τελετουργικός, αχαλίνωτος, μανιακός.

Θυμάται αβάσταχτα.

Ποιό μυαλό μπορεί να συλλάβει τον απόλυτο χαμό;

Ποιά ψυχή μπορεί να διαγράψει το χάδι;

Ποιό σώμα μπορεί να ξεχάσει την ηδονή;

Η μαγεία. Ο πόθος. Η παράνοια. Ο θάνατος. Η άρνηση.

Ο άντρας που μένει μισερός χωρίς τη Γυναίκα

Χαρούκι Μουρακάμι – Νορβηγικό Δάσος

2014-10-11 16.12.45

«…Κάποια στιγμή όμως, τα κύματα τραβήχτηκαν κι εγώ έμεινα μόνος στην ακτή. Ανίσχυρος κι εξαντλημένος, δεν άντεχα να πάω πουθενά, η θλίψη με τύλιγε μέσα σε βαθύ σκοτάδι, μέχρι που τα δάκρυα άρχισαν να αναβλύζουν από μέσα μου σαν ιδρώτας.

Ένα πράγμα είχα μάθει από τον θάνατο του Κιζούκι και πιστεύω πως το είχα κάνει κτήμα μου με τη μορφή φιλοσοφίας: ο θάνατος υπάρχει, ωστόσο δεν είναι το αντίθετο της ζωής αλλά μέρος της.

Μέσα από τη ζωή, καλλιεργούμε τον θάνατο. Όσο κι αν επρόκειτο για αλήθεια, δεν ήταν παρά μία από τις αλήθειες που έπρεπε να μάθουμε. Ό,τι είχα μάθει με το θάνατο της Ναόκο, αποτελούσε θεραπεία για τη θλίψη που προκαλεί η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Καμία αλήθεια, καμία ειλικρίνεια, καμία δύναμη ή τρυφερότητα δεν μπορεί να γιατρέψει αυτή τη θλίψη. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ζήσουμε μαζί της μέχρι να εξαντληθεί και να μάθουμε κάτι απ’ εκείνη, αλλά αυτό που μαθαίνουμε δε βοηθάει στην αντιμετώπιση της επόμενης θλίψης που μας έρχεται απροειδοποίητα.»

Άυν Ράντ – Εμείς οι ζωντανοί

20140824_202232

Γραμμένο το 1936 από μια ριζοσπαστικών ιδεών και πολύ προχωρημένη για την εποχή της γυναίκα, δεν παύει ακόμη και σήμερα να είναι επίκαιρο για το ανθρώπινο δράμα και τις ανθρώπινες επιλογές, ελεύθερες η όχι.

«…Χαμογελούσε. Ήξερε ότι πέθαινε. Μα δεν είχε πια σημασία. Είχε μάθει κάτι που ποτέ ανθρώπινα λόγια δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν και τώρα το ήξερε. Το περίμενε και το ένιωθε σαν να υπήρχε κάποτε, σαν να το είχε ζήσει. Το είχε ζήσει, έστω και επειδή ήξερε ότι μπορούσε να το ζήσει, και τώρα το ένιωθε σαν ύμνο χωρίς ήχο, βαθιά κάτω από τη μικρή τρύπα που έριχνε κόκκινες σταλαγματιές στο χιόνι, πιο βαθιά  κι από αυτό που έβγαζε αυτές τις κόκκινες σταλαγματιές. Μια στιγμή η μια αιωνιότητα – τι σημασία είχε; Η ζωή, ακατανίκητη, υπήρχε και μπορούσε να υπάρχει. Χαμογέλασε, το τελευταίο της χαμόγελο, για όλα αυτά που ήταν δυνατό να υπάρχουν»

Ο Αύγουστος είναι κακός μήνας – Έντνα Ο’ Μπράιαν

2014-08-01 19.55.39

¨….. Ο ήλιος, ο χαυνωτικός ήλιος, ήταν ό,τι λαχταρούσε. Τεντώνοντας τα πόδια της σε όλο τους το μάκρος, έκλεινε τα μάτια της και τον άφηνε να ποτίζει μέσα της και προσεύχονταν να γίνει δυνατότερος όσο γίνεται πιό δυνατός έτσι που όλοι οι άλλοι άνθρωποι θα’παιρναν δρόμο και κείνος θα συγκεντρώνονταν μονάχα πάνω της. Πίστευε πως η παρουσία των άλλων της στερούσε λίγο από το πύρωμά του. Δεν της αρκούσε που θα ψηνόταν το δέρμα της, τον ήθελε να την διαπεράσει, να χυθεί μέσα στα μέλη της σαν καθαρή φωτιά και να γίνει κομμάτι της ενέργειά της. Δεν μιλούσε σε κανέναν τώρα, δεν κοίταζε κανέναν, κάμποσες φορές έβλεπε μέσα απ’ τα γυαλιά της  ανθρώπους να προσπερνάνε, σκιές που έρχονταν ανάμεσα σε κείνη και στον ήλιο και ποτέ δεν σκοτίστηκε αν ήταν άντρες η γυναίκες. Άλλαξε προοδευτικά. Το δέρμα της άλλαξε σε χρυσοκόκκινο – το χρώμα να βαθαίνει κάθε μέρα και τη νύχτα να πηγαίνει για ύπνο και να σκέφτεται μονάχα το πρωί και το βάφτισμα της φωτιάς της επόμενης μέρας. Θάπρεπε να νοιώθει λυπημένη. Θάπρεπε να κλαίει. Αλλά αρνιόταν να σκεφτεί έξω απ’ το περιβάλλον της ασπροκίτρινης ζέστης που την υπνώτιζε.»

Ένα βιβλίο από την εφηβεία μου από μια συγγραφέα που ξέρει να γράφει για κορίτσια. Νομίζω κάθε κορίτσι πρέπει να διαβάσει την Έντνα Ο’ Μπράιαν στο δρόμο της ως να γίνει γυναίκα. Καμμιά φορά και μετά, οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν ημερολογιακά πάντα.

Και με το φως του λύκου επανέρχονται – Ζυράννα Ζατέλη

20140314_182213

 

Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’αφήσεις σ’έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες, θα ξαναγίνουν λύκοι.

Αυτά είπε κάποιος ένα βράδυ, και με αφορμή την συγκίνηση κι έναν πολύπλοκο στην αμεσότητά του συνειρμό που μου προκάλεσε ο λόγος του, άρχισα να ανακαλώ κάποιες παλιές ιστορίες.

Την αφορμή αυτή ενίσχυσαν – σαν αντίστροφος κατοπτρισμός – οι παρακάτω στίχοι του Paul Celan:

Άγριο αυτό

που αργότερα

-στον δρόμο-

έγινε ξεκάθαρο.

Εξώφυλλο Δέρμα Ενός Βιβλίου – ΠΑΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

p.o.

 

                                                                 

 

 

 

 

Μας υφαίνει

η υπομονετική

αράχνη του χρόνου

το σάλιο της

ορίζει

τις μέρες μας

κολλώδες

όπως

η σιωπή

σε φιλί αποχωρισμού

επίμονο

σαν αντίλαλος κρότος

στα τοιχώματα

μιας τραχειοτομής

έρπεται

ανάμεσα

στις ώρες μας

ανεπαίσθητα

όπως

το ίχνος που αφήνουν

τ’ ακροδάχτυλα

μιας γυναίκας

στο ξεχασμένο

από τον έρωτα κορμί

μας λιγώνει

μας παραλύει

μας μεθά τόσο που

δεν ακούμε

την χλαπαταγή

από τις πανοπλίες

των ημερών

–περνούν συντεταγμένες–

ή τους μήνες

που φωνάζουν

απ’ τα χαράματα

κραδαίνοντας

για θεώρηση

στην ουρά

το

βιβλιάριο ενσήμων μιας ζωής

ο ιστός της

τυλίγει

τις νύχτες μας

αδιόρατος

όπως

το σκίρτημα

μιας πεταλούδας

στο κουκούλι της

ανάλαφρος

όπως

οι γάζες στις πληγές

πριν βυθιστούνε

στο νερό

και πάρουνε το σχήμα

και το βάρος

μιας γύψινης ζωής                                                  

@contrabando καλό σου ταξίδι, όπως όλοι οι άνθρωποι που φύγαν θα ζείς μέσα από τις αναμνήσεις που δημιούργησες με άλλους ανθρώπους και το πνευματικό σου κληροδότημα

Μάρω Βαμβουνάκη – Ο ερωτευμένος Πολωνός

2014-07-06 21.11.14

 

«Η περιγραφή της ευτυχίας στα μυθιστορήματα είναι από τα πιό δύσκολα θέματα που μπορεί να σου ζητηθούν η αποφασίζεις ο ίδιος να δουλέψεις. Σπανιότατα θα συναντήσεις ένα μυθιστόρημα που διεξοδικά αφηγείται μια ευτυχισμένη κατάσταση η ζωγραφίζει το πορτρέτο ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Μονάχα ως πινελιές, ως βιαστικά περάσματα πάνω σε σκούρο φόντο εμφανίζονται οι ευδαίμονες στιγμές – σχεδόν πάντα κατ’ εξαίρεση.

Κυκλοφορεί βέβαια και η μίζερη πεποίθηση της πρόχειρης παρηγοριάς ότι, έτσι κι αλλιώς, η παρατεταμένη ευτυχία είναι μιά ουτοπία, μια παιδιάστικη έως παιδαριώδης φαντασία, κάτι που στον κόσμο δε βρίσκεται! Μονάχα σε στιγμές ευτυχίας, σε αστραπιαίες επισκέψεις της, μπορούμε να ελπίζουμε και πάλι να λέμε ευχαριστώ. «Φιλοσοφίες» των κλαψιάρηδων, των γρουσούζηδων και κυρίως των νωθρών στην καρδιά ανθρώπων, ένα είδος δαιμονικής αδράνειας με όλα τα παρεπόμενα και τα παραπαίδια της.

Είμαι σίγουρη πως η ευτυχία είναι εκεί, πάντα αναμένουσα και διακριτική, όπως διακριτικά συμπεριφέρονται όλα τα σημαντικά – τα σημαντικά και ουσιώδη που δε θέλουν να φωνάζουν και απροκάλυπτα να σου αποκαλύπτονται. Αντιθέτως, όπως η ποίηση και ο θείος κόσμος δεν κρύβεται, δε φανερώνεται, αλλά μας στέλνει με τρόπο λεπταίσθητο τα σημάδια της.»