Θάρθει ο καιρός (Κατερίνα Γώγου)

Θα ‘ρθει καιρός
που θ’ αλλάξουν τα πράγματα
να το θυμάσαι Μαρία
θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε
κρατώντας τη σκυτάλη
Μη βλέπεις εμένα μην κλαις
εσύ είσαι η ελπίδα
Άκου, θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω
και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα ‘μαστε άλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια
Οι άνθρωποι, σκέψου,
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :
απροσάρμοστοι, καταπίεση,
μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της Ιστορίας
Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,
δύσκολοι καιροί και θα’ ρθουνε κι άλλοι
δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κράτησα καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
…παρ’ όλα αυτά Μαρία

Οι ωραίες ρυτίδες σου. Έλευθεροτυπία, 1994

Πώς κάνει έρωτα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος;

«Σ’ εμένα βλέπεις της παλιάς φωτιάς της φλόγα/ που μες στης νιότης μου κατέπεσε τη στάχτη…» H Mαργκερίτ Ντιράς σε προχωρημένη ηλικία.

Στο βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς Γιαν Αντρέα Στάινερ, υπάρχει μια στιγμή αμηχανίας για τον αναγνώστη. Η 66χρονη συγγραφέας, ύστερα από πολύμηνο κώμα και αλλεπάλληλες αρρώστιες, πάει σ’ ένα θέρετρο της Νορμανδίας κι εκεί κάνει έρωτα με έναν 25χρονο φαν της. Τον Γιαν Αντρέα Στάινερ.

Υπάρχει, βέβαια, η εξωτική ατμόσφαιρα. Τα κύματα στην ακτή, οι αϋπνίες και το αλκοόλ στο μπαλκόνι του αποι­κιακού Hotel Roches Noir, οι κλειστές αρωματισμένες κάμαρες, τα memento mori της κινέζικης νιότης, και τα λοιπά, και τα λοιπά…

Αλλά το δεσποτικό σημείο της αφήγησης είναι αυτό: «Κοι­μηθήκαμε με το φεγγάρι μέσα στο σκοτεινό μπλε ουρανό. Την επομένη κάναμε έρωτα».

Πώς κάνει έρωτα ένας ηλιωμένος άνθρωπος; Όταν διάβασα αυτή τη φράση, αυτόματα σκέφτηκα το ζαρωμένο λαιμό, το θαμπό δέρμα, τα άσπρα μαλλιά, τα μπουχτισμένα μάτια…

H εχθρότητά μας προς τους γέρους είναι, ουσιαστι­κά, σημάδι μιας φοβισμένης νιότης εμπορίου που τώρα επικυριαρχεί στα media και σέρνει της ομορφιάς της το μαράζι από καθρέφτη σε καθρέφτη, γνωρίζοντας ενδομύχως ότι είναι κλινι­κά νεκρή.

Θυμήθηκα εκείνο το αβάσταχτο σονέτο του Σαίξπηρ:

Σ’ εμένα τον πικρό καιρό τον χρόνου βλέπεις

που λίγα κί­τρινα στους κλώνους μένουν φύλλα

κι ολοένα μες στον κρύο άνεμο σαλεύουν, 

κλώνοι γυμνοί όπου πριν τ’ αηδόνια κελαη­δούσαν.

Πώς κάνει έρωτα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος;

Μου έχει ξανατύχει να αναρωτηθώ. Όταν ήμουν παιδί, οποιοσδήποτε υπαινιγμός σεξουαλικότητας από ηλικιωμένους, κατά βάθος μου φαινόταν άσεμνος, αντιαισθητι­κός, σημάδι παραλυσίας. Τη μέρα που ανακάλυψα ότι ένας 70χρονος συγγενής μου κάνει ακόμα έρωτα, ένιωσα αληθινή απογοή­τευση για την ανθρώπινη φύση. Πίστευα ότι οι γέροι δεν έχουν πάθη. Πίστευα κάτι χειρότερο: Ότι οι γέροι παύουν σιγά σιγά να είναι άνθρωποι, προλειαίνοντας την εξαφάνισή τους!

Όταν μεγάλωσα, είδα ότι ο δυτικός πολιτισμός εν γένει έχει την ίδια άποψη με μένα. Οι ηλικιωμένοι παύουν ν’ αντιμετωπί­ζονται σαν πλήρεις άνθρωποι — γίνονται ξένο σώμα σ’ έναν τρόπο ζωής που λατρεύει τη νιότη και την παρατείνει σε βαθμό γελοιότητος. Εξορίζονται απ’ όλα τα μέτωπα του κόσμου (σε­ξουαλικά, κοινωνικά…) και μετά βίας, ακόμα κι οι αξιότεροι, δεν αποφεύγουν τη ρετσινιά του γεροντοκράτη.

Ειδικά στις μεταπολεμικές κοινωνίες (με τη διάλυση της οι­κογένειας) οι ηλικιωμένοι είναι κανονικά παράσιτα, το ίζημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ενεργός πληθυσμός τούς βλέπει με δυσθυμία, λέει ότι το κράτος δικαίου έχει μετατραπεί σε ένα πολυτελές κι απέραντο γηροκομείο οι δημογράφοι αντιμετωπί­ζουν την αύξησή τους με μαλθουσιανή φρίκη. Στις καθημερινές «χειρονομίες» το θέαμα ενός κυρτού σώματος προκαλεί  αποστροφή, ένα τυχαίο άγγιγμά τους μοιάζει με άγγιγ­μα του βούρκου της ανθρώπινης σάρκας. Η μαζική κουλτούρα τους παρουσιάζει σαν στυμμένες λεμονόκουπες ή σαν γελοίες καρικατούρες (διαφημίσεις Winston και Gautier).

Υπό αυτούς τους όρους, το γεγονός ότι οι γέροι δεν μπορούν να κάνουν έρωτα χωρίς να μας σοκάρουν, είναι το λιγότερο!

Σήμερα, οι ηλικιωμένοι σοκάρουν απλώς επειδή υπάρχουν!

Όταν έκλεισα το (άνισο και μάλλον βαρετό) βιβλίο της Ντιράς, είδα τη φωτογραφία της στο οπισθόφυλλο. Βαθιές ρυτίδες, αχτένιστα σταχτιά μαλλιά, το αριστερό φρύδι μαδημένο κάτω από δυο ουλές, χοντροί φακοί, ένα βλέμμα εύθυμης απόγνωσης, ένα συγκρατημένα χαμογελαστό στόμα.

Σ’ εμένα βλέπεις της παλιάς φωτιάς της φλόγα

που μες στης νιότης μου κατέπεσε τη στάχτη

Η Ντιράς στο ξενοδοχείο Roches Noires

Ναι, έχει δίκιο ο Σαίξπηρ όταν θρηνεί, απαρηγόρητος, δια- κρίνοντας τα σημάδια του θανάτου πάνω στο λεηλατημένο πρό­σωπό του. Αλλά μπορώ να πω με κάθε ειλικρίνεια ότι αυτο το πρόσωπο (το πρόσωπο της Μαργκερίτ, το πρόσωπο ενός ηλι­κιωμένου φίλου…) έχει επίσης μια βαθιά γοητεία, κάποια κρυφή διεκδίκηση (που τα 35 χρόνια μου δεν μου επιτρέπουν να δω καθαρά), ένα νόημα που ο πολιτισμός μας αποφεύγει να αντικρίσει με κάθε τρόπο.

Αυτό το νόημα είναι ο θάνατος. Πάνω στο πρόσωπο των ηλικιωμένων μπορείς να διακρίνεις το προφίλ του θανάτου — κι αυτό είναι κάτι που η κοινωνία μας δεν αντέχει να δει. Η πρωτοφανής απόσυρση των ηλικιωμένων και η εξίσου πρωτοφανής έκρηξη της πλαστικής νεότητας (χειρουργημένα πρόσωπα, κοσμετολογία, μοριακή βιολογία κ.λπ.) είναι η διπλή όψη αυτής της Απάρνησης του θανάτου που χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες.

Και τι αποτέλεσμα έχει αυτή η απάρνηση; Μια κοινωνία γεμάτη νεανικά ομοιώματα που αναδιπλασιάζονται επ’ άπει­ρον μια κοινωνία όπου τα παιδιά σιχαίνονται τις μάνες που τα γέννησαν!

Δεν λέω ότι είναι ευχάριστο να σκέφτεσαι ότι θα πεθάνεις. Λέω ότι είναι τζάμπα κόπος ν’ αρνείσαι να δεις το γεγονός. Κι ότι όσο κι αν σπρώχνεις τους γέρους κάτω απ το χαλάκι,  για να μη σου θυμίζουν δυσάρεστα πράγματα, ο θάνατος καλπάζει για να ρθει να σε βρει. Αυτό το ραντεβού είναι άχαστο!

Λέω επίσης ότι η σκέψη του θανάτου είναι χρήσιμη. Οι ωραιότεροι Έλληνες, οι Έλληνες του Ομήρου είναι διάστικτοι από θανατόληπτον ήθος. Αν δεν χτυπήσεις το χώμα (το μαύρο χώμα) με τα χέρια σου, πώς θα υψωθείς μετά, όλος φτερά, σε έναν «μυστικό» ζεϊμπέκικο;

Λέω ότι οι γέροι είναι χρήσιμοι. Μας προσγειώνουν, για να εκτιναχθουμε ψηλότερα. Στα μάτια τους (του Σαίξπηρ, του Καβάφη, του Σωκράτη…) η νεότητα του κόσμου καθρεφτίζε­ται σε όλη της τη δόξα και γίνεται αξία που ξεπερνάει το Χρόνο.

Λέω ότι η εχθρότητά μας προς τους γέρους είναι, ουσιαστι­κά, σημάδι μιας φοβισμένης νιότης εμπορίου που τώρα επικυριαρχεί στα media και σέρνει της ομορφιάς της το μαράζι από καθρέφτη σε καθρέφτη, γνωρίζοντας ενδομύχως ότι είναι κλινι­κά νεκρή.

Λέω, τέλος, ότι αυτή η γυναίκα, όχι, δεν πρέπει να με σοκά­ρει που κάνει έρωτα στα 66 της, που ερωτεύεται και κλαίει στο στήθος του νεαρού εραστή της, γεμάτη ουλές, ρυτίδες, στάχτη· όλοι έχουμε το ίδιο μερίδιο στο θάνατο και τη ζωή, άσε που σε 80 χρόνια κανένας μας δεν θα υπάρχει, για να διαφιλονικούμε περί αυτού.

Ελευθεροτυπία, 1994. Στήλη «Επιλογές»

Ένα εξαιρετικό άρθρο του Σ.Τσαγκαρουσιάνου που ψηφοποιήθηκε και επανεκδόθηκε στο Lifo

Ένα όνειρο κάποιο βράδι

Γραμμένο από έναν φίλο πριν 20 χρόνια, αν μου δώσει την άδεια θα γράψω και το όνομά του

Εχθές σε ονειρεύτηκα – αν και είχα πολύ καιρό, τουλάχιστον δυο χρόνια να ονειρευτώ οτιδήποτε….

Είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη και σε είχα βρει στο γραφείο σου. Φορούσες άσπρα ρούχα κι όταν με είδες χαμογέλασες, λίγο ειρωνικά μου φάνηκε. Ένιωθα να κάνει τρομερό κρύο, και να φυσάει αέρας μέσα στο δωμάτιο. Μου είπες να περιμένω να τελειώσεις κάποιες δουλειές που έχεις. Έκατσα σε μια χαμηλή καρέκλα δίπλα στο γραφείο και έπαιζα με τα πράγματα που είχες εκεί πάνω…ένα καραβάκι θυμάμαι, κι ένα παράξενο χαρτοκόπτη σαν ισπανικό μαχαίρι, κι ένα κουτί σκαλιστό που δεν τολμούσα ν’ ανοίξω. Όλο το δωμάτιο ήταν άδειο, και μακριά λινά άσπρα σεντόνια κρέμονταν από τους τοίχους. Άγνωστοι έμπαιναν και έβγαιναν συνέχεια με τεράστιους μακρόστενους μαύρους χαρτοφύλακες και άφηναν πράγματα στο γραφείο σου, κι εσύ έγνεφες με ικανοποίηση. Πρόσεξα ότι το πάτωμα ήταν καλυμμένο με μια λεπτή άσπρη μαλακή διάφανη σκόνη σαν πούδρα.

Στη γωνία του δωματίου χτυπούσε ένα τηλέφωνο πολύ μαλακά και σε αραιά διαστήματα, σχεδόν υπνωτιστικά. Κάποια στιγμή δύο άνθρωποι με χαρτοφύλακες φώναζαν ο ένας στον άλλο θυμωμένοι και εκνευρισμένοι, ψάχνοντας για την απάντηση σε κάτι, δεν θυμάμαι τι…Ήξερα την απάντηση σ’ αυτό που έψαχναν και ήθελα να τους το πω, αλλά κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι μου να μιλήσω, με κοίταζες απότομα και σταματούσα. Μετά από ώρα σήκωσες το χέρι σου κι αυτοί υποκλίθηκαν με ιδιαίτερα γελοίες και υπερβολικές κινήσεις, κι έφυγαν.  

Ανά διαστήματα με κοίταζες πότε με κείνο το αρχικό χαμόγελο, και πότε με το καχύποπτο ύφος που κοιτάμε κάποιον όταν προσέχουμε μην κάνει τίποτα κακό…Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκες και προχώρησες σε ένα διάδρομο, και παρ’ όλο που δεν μου μίλησες δεν μπορούσα παρά να σε ακολουθήσω. Θυμάμαι ότι το κρύο δυνάμωνε όσο προχωρούσαμε. Μπήκαμε σε ένα δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό ήταν μια λίμνη τόσο μεγάλη που το δωμάτιο φαινόταν να χάνεται στον ορίζοντα…οι άκρες του δεν φαίνονταν. Η λίμνη φαινόταν πολύ βαθιά και σκοτεινή και τρομαχτική. Σταμάτησες και με κοίταξες, κάνοντας μου νόημα να προχωρήσω, αλλά ένοιωθα τα πόδια μου ξύλινα και άκαμπτα. Μου χαμογέλασες πάλι και κούνησες αποδοκιμαστικά το κεφάλι σου, λέγοντας «Φοβάσαι.» σαν δήλωση όχι σαν ερώτηση. Τότε έβαλες τα χέρια σου στη λίμνη και άρχισες να ταράζεις τα νερά που ξαφνικά άρχισαν να γίνονται καθαρά σαν κρύσταλλο και να μυρίζουν σαν τριαντάφυλλο…ίσως πικραμύγδαλο. Μετά έβαλες τα χέρια στη μέση, περιμένοντας τη δική μου κίνηση.

Μπήκα πολύ αργά στο νερό και ήταν ζεστό και καθαρό, και άρχισα να προχωράω…Η αίσθηση ήταν υπέροχη, έτσι πήρα λίγο και το έριξα στο πρόσωπο μου. Συνέχισα να προχωράω μέχρι που το νερό έφτανε περίπου στο στήθος μου. Τότε έγινε. Ξαφνικά ένιωσα το νερό να γίνεται πράσινο και γλοιώδες και σκοτεινό και παγωμένο και θυμωμένο και να κολλάει πάνω μου…Ένιωσα τα χέρια μου να γίνονται τόσο βαριά σαν να ήταν δεμένα σε άγκυρες. Δεν χρειαζόταν να γυρίσω πίσω για να καταλάβω ότι είχες φύγει. Άκουσα το κλείσιμο της πόρτας το σκοτάδι χίμηξε από παντού και το νερό μ’ αγκάλιασε ολόκληρο με προσμονή και λαιμαργία και ικανοποίηση και έμεινα εκεί να κλαίω.

Το περίεργο είναι ότι δεν σταμάτησε εκεί…

Ξαφνικά μέσα από ανείπωτη θλίψη, ήρθε ένας τέτοιος θυμός, καθαρός και απόλυτος, που ένιωσα το δωμάτιο να μικραίνει μπροστά μου. Βγήκα από τη λίμνη σαν να περπατούσα στον αέρα…Έπιασα την πόρτα και το πόμολο έγινε κομμάτια στο χέρι μου. Περπάτησα στο διάδρομο που άρχισε να ραγίζει ολόκληρος και κομμάτια του να πέφτουν από τους τοίχους. Μπήκα στο γραφείο όπου δεν χρειαζόταν να κοιτάξω για να δω ότι είχες φύγει. Η σκόνη, όπου πατούσα, σηκωνόταν σε στρόβιλους μέχρι το ταβάνι. Τα σεντόνια στους τοίχους πήραν φωτιά, και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει υστερικά. Οι άνθρωποι με τους χαρτοφύλακες με κοίταζαν με τρόμο και κατάλαβα ότι το πρόσωπο μου πρέπει να είχε αλλάξει πολύ. Ηλεκτρική φωτιά από καλώδια και μυρωδιά από καμένο λάστιχο και θειάφι ήταν παντού. Όλα γύρω μου άρχισαν να ανατινάζονται με τρομερό θόρυβο. Παντού ακούγονταν ουρλιαχτά. Πόρτα δεν υπήρχε πουθενά. Χτύπησα με δύναμη τον τοίχο δεξιά μου που σκίστηκε σε δυο κομμάτια σαν πανί.

Έξω ήταν νύχτα και τα αστέρια φαινόταν τόσο άψυχα που ήξερα ότι δε θα ξημερώσει ποτέ ξανά. Κατάλαβα ότι γελούσα, ενώ τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα.

Ευτυχώς, κάποιος με λυπήθηκε και ξύπνησα…   

Είσαι πολύ τυχερή που δεν βλέπεις όνειρα.