Πως με κοιτάζει έτσι… (Κατερίνα Γώγου)

Πως με κοιτάζει έτσι…

Πώς με κοιτάζει έτσι αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί

πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…

Πώς θροΐζει μέσα μου αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό

πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…

Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο

κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά

δείχνει παντού και πουθενά

τι θέλει το φεγγάρι…

Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα

κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μού διογκώνει το Εγώ μου…

Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιου φεγγαριού η χάση

μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…

πώς με κοιτ…

Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…

%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%bf%cf%85Κατερίνα Γώγου

……………………………………………..από την ποιητική Συλλογή Απόντες

Ιθάκη (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

ΙΘΑΚΗ

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια

ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,

τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη

με τα χριστιανικά της σωματεία

και την ασφυχτική της ηθική.

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο

αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.

Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί

κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας

που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια

να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω

κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει

την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει

στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει

στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.

Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,

που με κρατάει πάντα μακριά.

Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,

τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

Εκδόσεις Διαγώνιος 1992

Ναζίμ Χικμέτ: ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ

Αυτό είναι όλο

Ζω στη φεγγόβολη
που προχωράει
ολόγιομα τα χέρια μου
με πόθους
κι ο κόσμος είναι όμορφος πολύ,
μοσχοβολάει.

Τα μάτια μου λιμπίστηκαν
τα δένδρα
τα δένδρα που γιόμισαν ελπίδες
και ντύθηκαν την πράσινη στολή
το λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ᾿ ολόδροσο χαλί
κι απ᾿ το φεγγίτη με καλεί
στις πράσινες νησίδες.

Κι ούτε μυρίζομαι τα φάρμακα
τ᾿ αναρρωτήριο πια δε βρωμάει
-θ᾿ ανοίξουν τα γαρούφαλα
η ώρα η καλή-

Τί τάχα αν είσαι φυλακή;
Να μη λυγάς!
αυτό ειν’ όλο.
Δεν είναι άλλη συμβουλή.

1948

Sylvia Plath : ΑΠΟΚΡΥΦΟ

2016-03-11 09.19.15φωτό:Μ.Σωτηριάδου

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια—

Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,

Λαμπερές και μεθυσμένες σα μύγες

Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο

Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα κάτω απ` τα πεύκα το καλοκαίρι.

 

Θυμάμαι

Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες ,

Την ακαμψία των ιστίων , τα μακριά αλατισμένα σάβανα.

Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό , ποια είναι η γιατρειά;

Αν έχεις μια φορά  κατακτηθεί

 

Χωρίς να μείνει ούτ` ένα κομμάτι,

Ούτε καν ένα δάχτυλο , και αναλωθεί,

Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,

Μέσα στο φως από βιτρώ  αρχαίων καθεδρικών

Ποια είναι η γιατρειά;

 

Η όστια της μετάληψης;

Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη ;

Ή να διακρίνεις τα λαμπρά ίχνη

Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,

Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

 

Που έχουν τόσο ταπεινές ελπίδες, ώστε αισθάνονται άνετα-

Καμπουριασμένη στο παστρικό σπιτάκι της

Κάτω από τις ακτίνες  της αγράμπελης.

Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;

Θυμάται η θάλασσα

 

Εκείνον που βάδισε πάνω της ;

Το νόημα διαρρέει από τα μόρια .

Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,

Τα παιδιά  σκιρτούν στα κρεββάτια τους.

Ο ήλιος ανθίζει , είναι ένα γεράνι.

 

Η καρδιά δεν έχει σταματήσει.

 

 

Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Κέδρος 2003

Λόρδου Βύρωνα ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ-ΕΞΗ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ… σε μετάφραση Νίκου Σπάνια

807835_Portrait_of_Lord_Byron_-_Google_Art_Project

ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ-ΕΞΗ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ…

(Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824)

Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει

γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:

κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη

ματώνει στη στιγμή.

Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα

τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί

είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα

και κούφιοι οι παλμοί.

Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα

καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά

φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα

σα νεκρικά πυρά.

Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει

ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ

μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι έ

να βαρύ ζυγό.

Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»

στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής

ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα

θανάτου και τιμής.

Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα

φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές

και πάλι στης ασπίδας την απλάδα

πεθαίνουν νικητές.

Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα

και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου

δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα

με ένα νεύμα μου.

Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος

τα βδελυρά και τερατόμορφα

Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος

σε πρόσωπα όμορφα.

Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!

Χρέος και θάνατος σωστός εδώ

με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις

στο χώμα αυτό.

Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι

μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς

ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη

πέσε ν’ αναπαυτείς.

είναι κάτι μέρες….

θαλασσοπούλια στην πόλη

είναι κάτι μέρες

που θαλασσοπούλια πολλά

εισβάλλουν στην πόλη , διερευνητικά

 

πετάνε πέρα από την παραλία

και μέσα από τους κάθετους δρόμους

σεργιανάνε σε όλο το κέντρο

 

μαζεύονται σμήνη από δαύτα

και παίζουν με τα αυτοκίνητα

όταν τα φανάρια γίνονται κόκκινα

 

κάνουν την παρουσία τους αισθητή

με παιχνίδια και τολμηρά ακροβατικά

πτήσεις εντυπωσιακές και ριψοκίνδυνες

 

τα περιστέρια και οι δεκαοχτούρες

στη σειρά παρατεταγμένα

πάνω στα πρεβάζια και στα καλώδια

 

παρατηρούν τους απρόσμενους επισκέπτες

να διαδηλώνουν με αλαζονεία

και να αψηφούν τη ζωή της πόλης

 

έπειτα συγχρωτίζονται για λίγο

πετάνε όλα μαζί ανάμεικτα

στεριανά και θαλασσοπούλια

 

ξεπροβοδίζουν οι μεν τους δε

οι μόνιμοι κάτοικοι τους ταξιδευτές

με κρυφή ζήλια ίσως και οι δυο πλευρές

Μ.Σωτηριάδου θαλασσοπούλια