Συλλογική Νοημοσύνη (Collective Intelligence): Κι αν ο επικεφαλής μιλούσε τελευταίος;

Για την αξία της εμπειρίας, τη συνύπαρξη των γενεών και την τέχνη τού να ακούμε προτού αποφασίσουμε.

Ομάδα επαγγελματιών συζητά γύρω από τραπέζι σε γραφείο.
Photo: Moe Magners / Pexels

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσες πραγματικά καλές ιδέες χάνονται μέσα σε μια αίθουσα συσκέψεων. Όχι επειδή δεν υπήρξαν, ούτε επειδή οι άνθρωποι που τις σκέφτηκαν δεν ήταν αρκετά ικανοί. Αλλά επειδή δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Όσοι έχουν περάσει αρκετά χρόνια σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ή συλλογικά όργανα γνωρίζουν καλά τη σκηνή. Ο επικεφαλής παίρνει πρώτος τον λόγο, παρουσιάζει την άποψή του, δύο-τρεις συμφωνούν, κάποιοι προσθέτουν λεπτομέρειες και η συζήτηση αποκτά γρήγορα μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Στο τέλος, όλοι μοιάζουν να έχουν συμμετάσχει. Έχουν όμως;

Δεν χρειάζεται να υπάρχει αυταρχισμός για να συμβεί αυτό. Αρκεί το κύρος μιας θέσης, η βαρύτητα μιας προσωπικότητας ή απλώς η συνήθεια να περιμένουμε από ορισμένους ανθρώπους να δείξουν τον δρόμο.

Και κάπως έτσι, μια ομάδα που θα μπορούσε να σκεφτεί συλλογικά, καταλήγει να σκέφτεται γύρω από την άποψη ενός ανθρώπου.

Πόσο έξυπνη είναι τελικά μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων;

Τα τελευταία χρόνια συζητάμε όλο και περισσότερο για τη συλλογική νοημοσύνη, την περίφημη Collective Intelligence. Δεν πρόκειται για κάποια καινούρια μόδα του management, παρότι ο όρος προσφέρεται θαυμάσια για παρουσιάσεις και εταιρικά σεμινάρια.

Πρόκειται για την ικανότητα μιας ομάδας να αξιοποιεί τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις διαφορετικές αντιλήψεις των ανθρώπων της, ώστε να αντιμετωπίζει προβλήματα και να παίρνει καλύτερες αποφάσεις.

Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2010 στο περιοδικό Science, με συμμετοχή επιστημόνων από το MIT και το Carnegie Mellon, μελέτησε την απόδοση ομάδων σε διαφορετικές εργασίες. Η ικανότητα της ομάδας να αποδίδει συνδεόταν και με την κοινωνική ευαισθησία των μελών και τη σχετικά ισόρροπη συμμετοχή τους στη συζήτηση.

Μια ομάδα εξαιρετικά ικανών ανθρώπων δεν αποτελεί αυτομάτως και μια εξαιρετικά ικανή ομάδα.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Στις επιχειρήσεις αφιερώνουμε χρόνο στην επιλογή στελεχών, στην αξιολόγηση προσόντων και στην ανάπτυξη ατομικών δεξιοτήτων. Πολύ λιγότερο συχνά αναρωτιόμαστε αν ο τρόπος συνεργασίας επιτρέπει πράγματι στους ανθρώπους να αξιοποιήσουν όσα γνωρίζουν.

Το προνόμιο του τελευταίου λόγου

Υπάρχει μια πρακτική που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μέσα στην απλότητά της: στις συζητήσεις όπου αναζητούμε λύσεις, εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη εξουσία να μιλά τελευταίος.

Όχι επειδή η γνώμη του μετρά λιγότερο. Το αντίθετο. Επειδή συνήθως μετρά τόσο πολύ, ώστε κινδυνεύει να προκαθορίσει τη συζήτηση.

Σκεφτείτε ένα διοικητικό συμβούλιο στο οποίο ο πρόεδρος, πριν διατυπώσει την προσωπική του θέση, ζητά από τα μέλη να παρουσιάσουν τη δική τους εκτίμηση. Ή έναν διευθυντή που, αντί να ανακοινώσει τι θεωρεί σωστό, ακούει πρώτα τους συνεργάτες του.

Φυσικά, δεν αποτελεί μαγική συνταγή. Ένας επικεφαλής μπορεί να μιλήσει τελευταίος και παρ’ όλα αυτά να έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο κανείς δεν τολμά να διαφωνήσει. Η σειρά των ομιλητών δεν διορθώνει από μόνη της μια προβληματική κουλτούρα. Είναι όμως μια καλή αρχή.

Δεν πιστεύω ότι πρέπει να μιλούν τελευταίοι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνους που, λόγω θέσης ή κύρους, μπορούν να επηρεάσουν δυσανάλογα τους υπόλοιπους. Ένας τριανταπεντάχρονος CEO μπορεί να επιβάλλει, ακόμη και άθελά του, την άποψή του ευκολότερα από έναν εξηντάχρονο συνεργάτη.

Το περίφημο χάσμα των γενεών

Ακούω συχνά συζητήσεις για το χάσμα ανάμεσα στις γενιές. Οι νέοι δεν έχουν υπομονή. Οι μεγαλύτεροι αντιστέκονται στην αλλαγή. Οι πρώτοι είναι εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, οι δεύτεροι με την πραγματική ζωή.

Είναι βολικές κατηγοριοποιήσεις. Και, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες γενικεύσεις, σπανίως βοηθούν να καταλάβουμε τους ανθρώπους.

Η ηλικία δεν αποτελεί από μόνη της ούτε προσόν ούτε μειονέκτημα. Άνθρωποι διαφορετικών γενεών έχουν συχνά διαφορετικά επαγγελματικά βιώματα, εργαλεία και αντιλήψεις.

Ένας άνθρωπος με τριάντα χρόνια εμπειρίας μπορεί να αντιληφθεί νωρίς τις συνέπειες μιας απόφασης επειδή έχει αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις. Ένας νεότερος συνεργάτης μπορεί να αμφισβητήσει μια διαδικασία που όλοι θεωρούν αυτονόητη, ακριβώς επειδή δεν έχει συνηθίσει να τη θεωρεί δεδομένη.

Και οι δύο μπορεί να έχουν δίκιο. Και οι δύο μπορεί να κάνουν λάθος.

Το ενδιαφέρον είναι τι συμβαίνει όταν τους επιτρέπουμε να συνδυάσουν όσα γνωρίζουν, χωρίς να θεωρούμε εκ των προτέρων ότι η εμπειρία υπερέχει της καινοτομίας ή το αντίστροφο.

Άλλωστε, μια μετα-ανάλυση 74 μελετών δεν διαπίστωσε γενική θετική σχέση ανάμεσα στην ηλικιακή ποικιλομορφία και την ομαδική απόδοση. Δεν αρκεί, επομένως, να βάλουμε γύρω από το ίδιο τραπέζι ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών: πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να συνεργαστούν.

Δύο συνεργάτες συζητούν έγγραφα και ιδέες σε γραφείο.
Photo: Tima Miroshnichenko / Pexels

Όταν η γνώση κυκλοφορεί και προς τις δύο κατευθύνσεις

Για πολλά χρόνια θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι ο μεγαλύτερος διδάσκει και ο νεότερος μαθαίνει. Είναι μια αντίληψη που έχει τη λογική της, αλλά σήμερα μοιάζει περιοριστική.

Το reverse mentoring, η αντίστροφη καθοδήγηση, αμφισβητεί αυτή τη μονοδρομική σχέση. Ένας νεότερος εργαζόμενος μπορεί να βοηθήσει ένα ανώτερο στέλεχος να εξοικειωθεί με νέες τεχνολογίες, ψηφιακά εργαλεία ή μεταβαλλόμενες συνήθειες του κοινού.

Θα προτιμούσα, πάντως, να μιλάμε περισσότερο για mutual mentoring, δηλαδή για αμφίδρομη μάθηση. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η μεταφορά γνώσης να γίνεται μόνο προς μία κατεύθυνση.

Δεν εννοώ απλώς έναν μεγαλύτερο που μαθαίνει να χρησιμοποιεί μια καινούρια εφαρμογή από έναν νεότερο συνάδελφο. Αυτό είναι το εύκολο παράδειγμα. Εννοώ δύο ανθρώπους που εξετάζουν μαζί ένα πραγματικό πρόβλημα. Ο ένας μεταφέρει όσα έμαθε από προηγούμενες καταστάσεις. Ο άλλος προσθέτει μια διαφορετική οπτική, μια νέα μέθοδο ή μια ερώτηση που κανείς δεν είχε σκεφτεί.

Η ανταλλαγή αυτή προϋποθέτει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο: να μη θεωρεί κανείς ότι έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία της μάθησης.

Πόσο εύκολο είναι να πεις «διαφωνώ»;

Εδώ συναντάμε ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα, την ψυχολογική ασφάλεια (psychological safety). Η Amy Edmondson, καθηγήτρια στο Harvard Business School, έχει μελετήσει τη σημασία ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν, να κάνουν ερωτήσεις και να παραδέχονται λάθη χωρίς να φοβούνται ότι θα εκτεθούν ή θα τιμωρηθούν.

Ακούγεται αυτονόητο. Δεν είναι.

Πόσες φορές έχουμε ακούσει έναν προϊστάμενο να ζητά «ειλικρινή άποψη», ενώ όλοι γνωρίζουν ότι η διαφωνία δεν είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη; Και πόσες φορές ένας εργαζόμενος επιλέγει τη σιωπή, όχι επειδή δεν έχει άποψη, αλλά επειδή έχει ήδη υπολογίσει το πιθανό κόστος του να την εκφράσει;

Η ψυχολογική ασφάλεια δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να συμφωνούμε ή ότι καμία πρόταση δεν επιτρέπεται να απορριφθεί. Σημαίνει ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς η διαφωνία να αντιμετωπίζεται ως προσωπική αμφισβήτηση.

Η διαφωνία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δυνατότητα βελτίωσης και όχι ως πράξη απειθαρχίας.

Ένας μεγαλύτερος εργαζόμενος πρέπει να μπορεί να παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει κάτι καινούριο χωρίς να μειώνεται η αξία του. Όπως και ένας νέος πρέπει να μπορεί να προτείνει κάτι διαφορετικό χωρίς να χαρακτηριστεί αφελής.

Η συλλογικότητα ως άλλοθι

Στην ελληνική επαγγελματική πραγματικότητα έχουμε μάθει να δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιεραρχία, στους τίτλους και στην παλαιότητα. Δεν είναι, φυσικά, αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Αλλά αξίζει να αναρωτηθούμε πόσο συχνά η επίκληση της εμπειρίας λειτουργεί ως επιχείρημα και πόσο συχνά ως τρόπος να κλείσει μια συζήτηση.

Το «εγώ είμαι τριάντα χρόνια σε αυτή τη δουλειά» μπορεί να αποτελεί μια πολύτιμη πληροφορία. Δεν αποτελεί όμως από μόνο του απόδειξη ότι μια συγκεκριμένη εκτίμηση είναι σωστή.

Η θέση του διευθυντή, του προέδρου ή του επιστημονικού υπευθύνου συνεπάγεται αρμοδιότητα και ευθύνη. Δεν προσδίδει αυτομάτως ορθότητα σε κάθε άποψη.

Ένα διοικητικό συμβούλιο μπορεί να διαθέτει όλες τις ειδικότητες που χρειάζεται ένας οργανισμός και παρ’ όλα αυτά να μη χρησιμοποιεί σχεδόν καμία. Αρκεί τα μέλη του να έχουν αντιληφθεί ότι ο πραγματικός τους ρόλος είναι να επικυρώνουν αποφάσεις που έχουν ληφθεί αλλού.

Σε ορισμένα περιβάλλοντα, η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως διαφορετική άποψη. Ερμηνεύεται ως αμφισβήτηση του προσώπου, έλλειψη σεβασμού ή ακόμη και ως προσωπική απειλή. Έτσι, η σιωπή καταλήγει να εκλαμβάνεται ως συναίνεση. Ενώ μπορεί να είναι απλώς αυτοπροστασία.

Δημιουργούμε επιτροπές, συμβούλια και ομάδες εργασίας για να αξιοποιήσουμε περισσότερες γνώσεις, αλλά συχνά δυσκολευόμαστε να ανεχθούμε το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολυφωνίας: τη διαφωνία.

Αν έχουμε ήδη αποφασίσει τι θέλουμε να ακούσουμε, ποιος ακριβώς είναι ο λόγος να συγκεντρώνουμε τόσους ανθρώπους;

Η συλλογική νοημοσύνη προϋποθέτει την πραγματική δυνατότητα να επηρεάσουν όλοι μια απόφαση, ακόμη κι όταν η άποψή τους δεν είναι η πιο βολική. Και αυτό είναι ζήτημα κουλτούρας, αντίληψης της εξουσίας και, τελικά, ποιότητας της ηγεσίας.

Η καλή σύσκεψη αρχίζει πριν από τη σύσκεψη

Υπάρχει ακόμη κάτι που συχνά παραλείπουμε: καλούμε ανθρώπους σε μια σύσκεψη χωρίς να τους έχουμε εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς πρόκειται να συζητήσουμε. Στέλνουμε μια πρόσκληση με έναν γενικό τίτλο και περιμένουμε να εμφανιστούν όλοι έτοιμοι να σκεφτούν, να προτείνουν και να αποφασίσουν. Αναρωτιέμαι πόσο δίκαιο —και πόσο αποτελεσματικό— είναι αυτό.

Θα θεωρούσα αυτονόητο ότι μια ουσιαστική συνάντηση προηγείται από μια σύντομη ατζέντα: ποιο είναι το ζήτημα, ποια απόφαση αναζητούμε, ποια δεδομένα χρειάζονται και τι περιμένουμε από τους συμμετέχοντες. Όταν το θέμα είναι σύνθετο, γιατί να μη ζητάμε και μια σύντομη γραπτή πρόταση ή επισήμανση με email πριν από τη συνάντηση;

Δεν εννοώ να προσθέσουμε άλλη μία υποχρέωση στη γεμάτη καθημερινότητα των εργαζομένων ούτε να μετατρέψουμε κάθε σύσκεψη σε άσκηση γραφειοκρατίας. Αρκούν μερικές γραμμές, με εύλογο χρόνο προετοιμασίας. Η γραπτή συνεισφορά πρέπει να παραμένει δυνατότητα και όχι κριτήριο αξιολόγησης του ποιος «συμμετέχει αρκετά».

Υπάρχει και ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Οι γραπτές απόψεις μπορούν να καταγραφούν πριν διατυπωθεί η θέση του επικεφαλής, οπότε προστατεύεται σε μεγαλύτερο βαθμό η ανεξαρτησία της κρίσης. Αν θέλουμε, μπορούμε να τις συγκεντρώσουμε χωρίς ονόματα για την πρώτη συζήτηση. Έτσι, τουλάχιστον στην αρχή, εξετάζουμε την πρόταση και όχι την υπογραφή.

Η Collective Intelligence δεν αρχίζει τη στιγμή που ανοίγει η πόρτα της αίθουσας συνεδριάσεων. Αρχίζει από τον τρόπο που προετοιμάζουμε τη συνάντηση — και από το αν δίνουμε στους ανθρώπους μια πραγματική ευκαιρία να σκεφτούν προτού χρειαστεί να μιλήσουν.

Μερικές μικρές αλλαγές με ουσιαστικό αποτέλεσμα

Η καλλιέργεια της συλλογικής νοημοσύνης δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην περίπλοκα προγράμματα εκπαίδευσης. Υπάρχουν απλές πρακτικές που αξίζει να δοκιμάσουμε.

Να γράφουμε πριν μιλήσουμε. Πέντε λεπτά ατομικής σκέψης πριν από μια συζήτηση μπορούν να βοηθήσουν ώστε οι πρώτες απόψεις να μην καθορίζουν όλες τις υπόλοιπες.

Να ακούμε ανθρώπους που συνήθως δεν παίρνουν τον λόγο. Μερικές φορές μια γραπτή, ακόμη και ανώνυμη, πρόταση έχει μεγαλύτερη αξία από έναν τυπικό γύρο τοποθετήσεων.

Να αναζητούμε συνειδητά την αντίθετη άποψη, όχι για να δημιουργούμε τεχνητές αντιπαραθέσεις αλλά για να εξετάζουμε τι μπορεί να έχουμε παραβλέψει.

Να συνδέουμε ανθρώπους διαφορετικών γενεών γύρω από πραγματικές κοινές εργασίες, όχι μόνο σε περιστασιακές εταιρικές δράσεις.

Να αξιολογούμε, όσο μπορούμε, μια ιδέα ανεξάρτητα από τη θέση εκείνου που την προτείνει.

Να επιστρέφουμε στις αποφάσεις μας και να ρωτάμε τι λειτούργησε, τι όχι και ποιες προειδοποιήσεις είχαμε αγνοήσει.

Και τώρα που έχουμε και την τεχνητή νοημοσύνη;

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα με την είσοδο της AI στην επαγγελματική ζωή. Μπορούμε πλέον να αναζητήσουμε πληροφορίες, να συγκρίνουμε δεδομένα και να προετοιμάσουμε μια απόφαση με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα.

Είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά θα ήταν λάθος να συγχέουμε την πρόσβαση σε περισσότερη πληροφορία με την καλύτερη συλλογική σκέψη. Αν όλοι στηριζόμαστε στις ίδιες έτοιμες απαντήσεις, υπάρχει κίνδυνος να καταλήγουμε ευκολότερα στις ίδιες ιδέες.

Η AI μπορεί να βοηθήσει μια ομάδα να επεξεργαστεί καλύτερα όσα γνωρίζει. Δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει από μόνη της την εμπιστοσύνη που χρειάζεται για να ειπωθεί μια δύσκολη αλήθεια μέσα σε μια αίθουσα συνεδριάσεων.

Τελικά, ποιος πρέπει να μιλά τελευταίος;

Δεν πιστεύω ότι η συλλογική νοημοσύνη είναι απλώς μια ακόμη ενδιαφέρουσα έννοια στη σύγχρονη διοίκηση. Έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη γνώση, την εμπειρία και την εξουσία.

Επί χρόνια συνηθίσαμε να συνδέουμε την ηγεσία με την ικανότητα να έχουμε απαντήσεις. Ίσως θα έπρεπε να της αναγνωρίζουμε εξίσου την ικανότητα να θέτει τις σωστές ερωτήσεις και να ακούει πραγματικά τις απαντήσεις.

Όσο για το χάσμα των γενεών, δεν είμαι βέβαιη ότι γεφυρώνεται με καμπάνιες, εταιρικά συνθήματα ή περιστασιακές δράσεις. Μάλλον γεφυρώνεται όταν οι άνθρωποι σταματούν να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως εκπροσώπους μιας ηλικιακής κατηγορίας και αναγνωρίζουν τι μπορεί να συνεισφέρει ο καθένας.

Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε σε μια σύσκεψη, ίσως αξίζει να προσέξουμε όχι μόνο ποιος μιλά περισσότερο, αλλά και ποιος δεν μίλησε καθόλου.

Και, κυρίως, να αναρωτηθούμε γιατί.

Πίνακας: Τι μπορούμε να αλλάξουμε

Συνήθης πρακτικήΔιαφορετική προσέγγιση
Ο επικεφαλής μιλά πρώτοςΑκούει πρώτα ανεξάρτητες απόψεις
Η διαφωνία θεωρείται αμφισβήτησηΗ διαφωνία εξετάζεται ως πληροφορία
Η εμπειρία ταυτίζεται με το αλάθητοΗ εμπειρία συνδυάζεται με νέες οπτικές
Η σιωπή θεωρείται συναίνεσηΖητούνται και οι απόψεις όσων δεν μιλούν
Η απόφαση κλείνει το θέμαΤα αποτελέσματα αξιολογούνται

Το πείραμα των 30 λεπτών

0–5′Ανεξάρτητη καταγραφή προτάσεων
5–15′Ισότιμος γύρος τοποθετήσεων
15–22′Διαφωνίες, κίνδυνοι, εναλλακτικές
22–27′Τοποθέτηση επικεφαλής
27–30′Απόφαση, υπεύθυνος, επανεξέταση

Βιβλιογραφία

Woolley, A. W. et al. (2010), Evidence for a Collective Intelligence Factor in the Performance of Human Groups, Science 330, 686–688. DOI: 10.1126/science.1193147.

Edmondson, A. (1999), Psychological Safety and Learning Behavior in Work Teams, Administrative Science Quarterly 44(2), 350–383. DOI: 10.2307/2666999.

Schneid, M., Isidor, R., Steinmetz, H. & Kabst, R. (2016), Age diversity and team outcomes: A quantitative review, Journal of Managerial Psychology 31(1), 2–17.

Amsterdam Travel Tip — πότε συμφέρει η I amsterdam City Card;

Αποφάσισα να πάω στο Amsterdam για να δω τη ρετροσπεκτίβα της Yayoi Kusama στο Stedelijk Museum. Η έκθεση ήταν η αφορμή. Επειδή δεν έχω ξαναπάει στην πόλη, έκλεισα επισκέψεις και στα Moco, Van Gogh Museum, Rembrandt House και Rijksmuseum.

Το ταξίδι είναι μπροστά μας, αλλά τα εισιτήρια έχουν ήδη αγοραστεί και οι επισκέψεις στα πέντε μουσεία έχουν κλειστεί. Πληρώσαμε συνολικά €125,95 μόνο για τις εισόδους, χωρίς μεταφορές. Θα μας συνέφερε μια city card για το ίδιο πρόγραμμα;

Απευθείας πτήση από Θεσσαλονίκη

Βρήκαμε εισιτήρια σε καλές τιμές με την Transavia, για απευθείας πτήση από τη Θεσσαλονίκη στο Amsterdam. Η απευθείας σύνδεση ήταν ένα πρακτικό πλεονέκτημα για αυτό το ταξίδι.

Διαμονή — γιατί διάλεξα NH

Κλείσαμε ένα ξενοδοχείο NH σε βολική απόσταση από το κέντρο. Στην επιλογή της διαμονής έδωσα βάρος στο επίπεδο υπηρεσιών και στις συνθήκες του ξενοδοχείου, πέρα από τις φωτογραφίες. Μια ωραία φωτογραφία δεν μου αρκεί για να κλείσω δωμάτιο.

Για αυτό προτίμησα μια αλυσίδα: ήθελα μεγαλύτερη συνέπεια στο επίπεδο διαμονής και λιγότερη αβεβαιότητα στην επιλογή μου. Αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο κάναμε την κράτηση· η προσωπική αξιολόγηση του συγκεκριμένου ξενοδοχείου θα έρθει μετά τη διαμονή.

Τι καλύπτει η κάρτα

Δες τις επιλογές και τις τιμές της I amsterdam City Card → Στις διαθέσιμες δραστηριότητες περιλαμβάνεται και κρουαζιέρα στα κανάλια. Με την Explorer, η κρουαζιέρα μετρά ως μία από τις 3, 5 ή 7 δραστηριότητες που επιλέγεις· με την Total Experience περιλαμβάνεται μαζί με τις υπόλοιπες παροχές. Για το δικό μας πρόγραμμα, η Explorer 5 θα μπορούσε έτσι να καλύψει τα τέσσερα συμμετέχοντα μουσεία και μία κρουαζιέρα.

Σύμφωνα με την επίσημη σελίδα της I amsterdam City Card, τα Moco, Stedelijk, Rembrandt House και Rijksmuseum περιλαμβάνονται. Το Van Gogh Museum δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις δύο επιλογές, όπως διευκρινίζουν οι επίσημες συχνές ερωτήσεις. Το σημερινό εισιτήριο ενηλίκου του Van Gogh Museum κοστίζει €25 και απαιτεί κράτηση ώρας.

Η έκθεση της Kusama χρειάζεται ξεχωριστή προσοχή: η επίσημη I amsterdam αναφέρει επιπλέον χρέωση €10 για κατόχους City Card και υποχρεωτική κράτηση ώρας. Η γενική κάλυψη του Stedelijk δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη έκθεση περιλαμβάνεται χωρίς επιβάρυνση.

Η σύγκριση με τις σημερινές τιμές

Οι παρακάτω τιμές ελέγχθηκαν στις 7 Οκτωβρίου 2026. Η σύγκριση αφορά το επόμενο ταξίδι μου, για το οποίο έχουμε ήδη αγοράσει τα εισιτήρια και κλείσει τις επισκέψεις. Τα €125,95 είναι το ακριβές ποσό που πληρώσαμε. Οι κάρτες εξετάζονται ως εναλλακτικό σενάριο για τα ίδια μουσεία.

ΕπιλογήΚάρτα + Van Gogh + έκθεση KusamaΠροϋπόθεση
Explorer 5 δραστηριοτήτων€69 + €25 + €10 = €104Οι τέσσερις καλυπτόμενες επισκέψεις μέσα σε 5 συνεχόμενες ημέρες
Total Experience 48 ωρών€94 + €25 + €10 = €129Οι τέσσερις καλυπτόμενες επισκέψεις μέσα σε 48 ώρες
Total Experience 72 ωρών€115 + €25 + €10 = €150Οι τέσσερις καλυπτόμενες επισκέψεις μέσα σε 72 ώρες

Σε σχέση με τα €125,95 που πληρώσαμε, η Explorer 5 μαζί με Van Gogh και την επιβάρυνση για την Kusama θα κόστιζε €104: διαφορά €21,95, εφόσον οι τέσσερις συμμετέχουσες επισκέψεις χωρούν στις πέντε συνεχόμενες ημέρες ισχύος της. Η Total Experience 48 ωρών θα κόστιζε €3,05 περισσότερο και η επιλογή 72 ωρών €24,05 περισσότερο, μόνο για αυτές τις εισόδους.

Μια ακόμη επιλογή: Explorer 3 και ένα ξεχωριστό εισιτήριο

Η Explorer 3 κοστίζει €44. Αν καλύψει το Stedelijk και δύο ακόμη από τα συμμετέχοντα μουσεία, το σύνολο μαζί με Van Gogh και την επιβάρυνση Kusama είναι €79 συν το εισιτήριο του τέταρτου μουσείου. Αν εκείνο κοστίζει λιγότερο από €25, αυτή η λύση είναι φθηνότερη από την Explorer 5 των €104 μαζί με τις δύο επιβαρύνσεις. Χρειάζεται έλεγχος της τιμής για την επιλεγμένη ημερομηνία και ώρα.

Ο χρόνος και οι μεταφορές αλλάζουν το αποτέλεσμα

Η Explorer ισχύει για πέντε συνεχόμενες ημέρες και δεν περιλαμβάνει τις δημόσιες μεταφορές. Η Total Experience περιλαμβάνει μεταφορές GVB και ισχύει για τις ώρες που επιλέγουμε. Εδώ συγκρίνω μόνο τις εισόδους των μουσείων: δεν προσθέτω αξία για μετακινήσεις ή άλλες παροχές που δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των €125,95.

Πριν από την αγορά, ελέγχουμε τη διάρκεια ισχύος και τις απαιτούμενες κρατήσεις ώρας στον οδηγό χρήσης της κάρτας. Η κάρτα δεν αντικαθιστά αυτόματα την κράτηση σε κάθε μουσείο. Αφήνουμε επίσης αρκετό χρόνο για κάθε επίσκεψη, αντί να στριμώχνουμε το πρόγραμμα για να βγει ο υπολογισμός.

Τι δείχνει η σύγκριση για το πρόγραμμα που κλείσαμε

Με τις τιμές που ελέγχθηκαν, η Explorer 5 μαζί με το ξεχωριστό εισιτήριο του Van Gogh και την επιβάρυνση Kusama θα κόστιζε €104, δηλαδή €21,95 λιγότερα από τα €125,95 που πληρώσαμε, εφόσον οι τέσσερις συμμετέχουσες επισκέψεις χωρούν στις πέντε συνεχόμενες ημέρες ισχύος της κάρτας. Η Explorer 3 μαζί με ένα ακόμη μεμονωμένο εισιτήριο μπορεί να δώσει διαφορετικό αποτέλεσμα. Επειδή οι επισκέψεις είναι ήδη κλεισμένες, δεν θεωρώ δεδομένο ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε τα εισιτήρια ή να πάρουμε επιστροφή χρημάτων: αυτό εξαρτάται από τους όρους της κάθε αγοράς. Κρατάω τη σύγκριση ως πρακτική σημείωση για τον σχεδιασμό, πριν ακόμη ζήσω το ταξίδι.

Cornell: μια καταγγελία βιασμού, ένα πανεπιστήμιο της ελίτ και το μεγάλο ερώτημα της ατιμωρησίας

Cornell University, Ithaca, New York. Photo: P. Hughes / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Υπάρχουν ειδήσεις που τις διαβάζεις, σοκάρεσαι και λίγο αργότερα τις ξεχνάς. Και υπάρχουν κάποιες άλλες που όσο περισσότερο τις ψάχνεις, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι το πραγματικό θέμα βρίσκεται πολύ πιο βαθιά από τον αρχικό τίτλο.

Η υπόθεση του Cornell είναι μία από αυτές.

Ξεκινά τη νύχτα της 19ης Οκτωβρίου 2024, σε ένα σπίτι φοιτητικής αδελφότητας του Cornell University, στην Ithaca της Νέας Υόρκης. Μια 20χρονη τότε φοιτήτρια καταγγέλλει ότι υπέστη διαδοχικές μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις από μέλη της fraternity Chi Phi.

Δύο χρόνια αργότερα, όμως, η υπόθεση έχει επιστρέψει με τρόπο που δύσκολα μπορεί πλέον να περιοριστεί στο ερώτημα «τι έγινε εκείνο το βράδυ».

Γιατί μαζί με την καταγγελία άρχισαν να εμφανίζονται και άλλα ερωτήματα.

Τι γνώριζε το πανεπιστήμιο; Τι ακριβώς έφτασε στην εισαγγελία; Γιατί δεν ασκήθηκε τότε ποινική δίωξη; Πόσο ανεξάρτητο μπορεί να είναι ένα πανεπιστήμιο όταν οι οικογένειες των φοιτητών του είναι, σε αρκετές περιπτώσεις, και χρηματοδότες του; Και τι σημαίνει η ανοχή απέναντι σε σεξουαλικά επιθετικές συμπεριφορές όταν μιλάμε για πανεπιστήμια που παράγουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της αυριανής οικονομικής, επαγγελματικής και πολιτικής ελίτ;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η νύχτα της 19ης Οκτωβρίου 2024

Η νεαρή γυναίκα, που στα δικαστικά έγγραφα αναφέρεται ως Jane Doe, είχε ξεκινήσει το βράδυ με φίλους. Είχε καταναλώσει αλκοόλ και αργότερα πήγε στο σπίτι της Chi Phi, όπου βρισκόταν ένας άνδρας που γνώριζε.

Ένα στοιχείο θεωρώ σημαντικό να ειπωθεί, ακριβώς επειδή αυτή η ιστορία δεν χρειάζεται καμία υπερβολή: η ίδια δεν υποστηρίζει ότι από την πρώτη στιγμή κάθε σεξουαλική επαφή ήταν χωρίς συναίνεση.

Στην κατάθεσή της είπε ότι αρχικά υπήρξε σεξουαλική δραστηριότητα με δύο άνδρες την οποία θεωρούσε συναινετική.

Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την ίδια, η κατάσταση άλλαξε.

Περισσότεροι άνδρες άρχισαν να εμφανίζονται στο δωμάτιο. Καταναλώθηκαν και άλλες ουσίες, μεταξύ των οποίων κεταμίνη. Η Doe περιγράφει μια κατάσταση στην οποία ήταν πλέον τόσο επηρεασμένη ώστε δεν μπορούσε ουσιαστικά να ελέγξει όσα συνέβαιναν ή να συναινέσει.

Από τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν δύο χρόνια αργότερα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν μηνύματα σε ομαδική συνομιλία της fraternity στο Snapchat. Σύμφωνα με την αγωγή και τα έγγραφα που έχουν εξετάσει αμερικανικά μέσα, η παρουσία της γυναίκας στο δωμάτιο γνωστοποιήθηκε σε άλλα μέλη με σεξουαλικούς όρους και ακολούθησαν μηνύματα από άλλους άνδρες.

Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σκοτεινές πλευρές αυτής της ιστορίας. Όχι μόνο η καταγγελία για όσα συνέβησαν μέσα σε ένα δωμάτιο, αλλά η εικόνα μιας ομάδας νέων ανδρών που ενδέχεται να αντιμετώπισε μια εξαιρετικά μεθυσμένη και υπό την επίδραση ουσιών γυναίκα σαν κοινή «ευκαιρία».

Η Doe υποστηρίζει ότι ακολούθησαν σεξουαλικές πράξεις από πολλούς άνδρες χωρίς τη συναίνεσή της και ότι τελικά έχασε τις αισθήσεις της.

Οι άνδρες που κατονομάζονται στην αστική αγωγή έχουν αρνηθεί ότι διέπραξαν βιασμό. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι υπήρχε συναίνεση και άλλοι αμφισβητούν τη συμμετοχή ή τον ρόλο που τους αποδίδεται.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ποινική καταδίκη. Ούτε έχουν ακόμη ασκηθεί ποινικές κατηγορίες στους επτά άνδρες για τον καταγγελλόμενο ομαδικό βιασμό.

Αυτό πρέπει να παραμένει ξεκάθαρο.

Η κατοικία του Chi Phi στο Πανεπιστήμιο Cornell στην Ιθάκη, Νέα Υόρκη, με αρχιτεκτονική γερμανικού στυλ.

Το Chi Phi Lodge στο Cornell σε ιστορική καρτ ποστάλ, περ. 1908. Η ίδια fraternity βρίσκεται στο επίκεντρο της σημερινής υπόθεσης. Rotograph Co. / Wikimedia Commons, Public Domain.

Οι ημέρες που ακολούθησαν

Η συμπεριφορά της Doe μετά το περιστατικό έχει χρησιμοποιηθεί από όσους αμφισβητούν την καταγγελία της.

Δεν περιέγραψε αμέσως όσα είχαν συμβεί ως βιασμό. Μίλησε με φίλες της, επισκέφθηκε το Cornell Health και συνέχισε για ένα διάστημα να ανταλλάσσει μηνύματα με ορισμένους από τους άνδρες.

Σε ένα από τα πρώτα μηνύματα φέρεται να είχε γράψει ότι δεν θεωρούσε παράνομη τη σεξουαλική δραστηριότητα.

Ταυτόχρονα, όμως, έλεγε ότι η μνήμη της ήταν θολή, ότι δεν αισθανόταν καλά με όσα είχαν συμβεί και ότι θα ήθελε να μην είχαν εμπλακεί τόσοι επιπλέον άνδρες και να μην είχε υπάρξει η κεταμίνη.

Μερικές ημέρες αργότερα η δική της αντίληψη για εκείνη τη νύχτα είχε αλλάξει σημαντικά. Στις αρχές Νοεμβρίου έγραφε ότι το μεγαλύτερο μέρος όσων είχαν συμβεί δεν ήταν συναινετικό.

Δεν είναι δική μας δουλειά να αποφασίσουμε ποια εκδοχή είναι η αληθινή.

Αυτό ακριβώς είναι δουλειά μιας σοβαρής έρευνας.

Και εδώ αρχίζει το δεύτερο μέρος της ιστορίας.

Η επίσημη καταγγελία

Στις 7 Νοεμβρίου 2024 η Doe πήγε σε νοσοκομείο της Ithaca ζητώντας ιατροδικαστική εξέταση για σεξουαλική επίθεση.

Την επόμενη ημέρα έκανε επίσημη καταγγελία στην Cornell University Police.

Το πανεπιστήμιο έθεσε τη Chi Phi σε αναστολή και επέβαλε περιορισμούς σε φοιτητές που θεωρούνταν εμπλεκόμενοι.

Στις 14 και 15 Νοεμβρίου η Jane Doe έδωσε εκτενή κατάθεση. Και αυτή η κατάθεση θα αποδεικνυόταν σχεδόν δύο χρόνια αργότερα ένα από τα κρισιμότερα σημεία ολόκληρης της υπόθεσης.

Εκεί διαχώριζε την αρχική συναινετική επαφή από όσα υποστηρίζει ότι ακολούθησαν. Μιλούσε για εξαναγκασμό, για κατάσταση ανικανότητας να συναινέσει, για σωματική βία και δήλωνε ότι θεωρούσε πως είχε βιαστεί.

Θα περίμενε κανείς ότι ένα τόσο σοβαρό υλικό θα είχε εξεταστεί ολόκληρο πριν κλείσει η ποινική έρευνα.

Κι όμως.

Η υπόθεση κλείνει χωρίς ποινική δίωξη

Ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins, Matthew Van Houten, αποφάσισε το 2024 να μην προχωρήσει σε ποινική δίωξη.

Όπως εξήγησε αργότερα, η εισαγγελία βασίστηκε σε μια πολύ συντομότερη έγγραφη δήλωση της Jane Doe που είχε συντάξει η πανεπιστημιακή αστυνομία και είχε υπογράψει η ίδια.

Με βάση το υλικό που είχε τότε μπροστά του, έκρινε ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση για δίωξη.

Θα μπορούσε να είναι απλώς μία δύσκολη εισαγγελική απόφαση σε μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Το πρόβλημα εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα.

Όταν δημοσιογράφοι παρουσίασαν στον ίδιο εισαγγελέα το περιεχόμενο του πολύ πιο αναλυτικού transcript της κατάθεσης της Doe, εκείνος είπε ότι δεν το είχε δει.

Και στο transcript υπήρχαν σαφείς αναφορές σε εξαναγκασμό, ανικανότητα, βία και στην πεποίθηση της ίδιας ότι είχε υποστεί βιασμό.

Εκεί, για μένα, η ιστορία αλλάζει.

Γιατί πλέον δεν εξετάζουμε μόνο αν μια καταγγελία μπορούσε ή δεν μπορούσε να αποδειχθεί.

Εξετάζουμε αν ο εισαγγελέας που αποφάσισε να μη διώξει είχε καν στη διάθεσή του ολόκληρη την εικόνα.

Η παράλληλη έρευνα του Cornell

Το Cornell, από την άλλη πλευρά, συνέχισε τη δική του εσωτερική διαδικασία.

Έγιναν δεκάδες συνεντεύξεις, εξετάστηκαν περισσότεροι από 30 μάρτυρες και πραγματοποιήθηκαν πολυήμερες ακροάσεις.

Το πανεπιστήμιο τελικά επέβαλε κυρώσεις.

Δύο φοιτητές αποβλήθηκαν. Άλλοι τέθηκαν σε αναστολή φοίτησης. Ένας είχε ήδη αποφοιτήσει πριν ολοκληρωθεί η δυνατότητα επιβολής ποινής, ενώ άλλοι δεν κρίθηκαν υπεύθυνοι για sexual misconduct.

Γι’ αυτό και η εικόνα που κυκλοφόρησε ιδιαίτερα στα social media, ότι δηλαδή «βίασαν μια γυναίκα και τους έβαλαν απλώς να γράψουν ένα essay», δεν είναι ακριβής.

Υπήρξαν και σοβαρές ποινές.

Το ερώτημα όμως παραμένει: πώς γίνεται το πανεπιστήμιο να έχει συγκεντρώσει τόσο εκτεταμένο υλικό και η ποινική υπόθεση να έχει ήδη κλείσει;

Δύο χρόνια μετά, η υπόθεση ανοίγει ξανά

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 η Jane Doe κατέθεσε αστική αγωγή.

Και ξαφνικά ένα μεγάλο μέρος όσων βρίσκονταν επί δύο χρόνια μέσα σε φακέλους άρχισε να γίνεται δημόσιο.

Μηνύματα. Καταθέσεις. Στοιχεία της Title IX διαδικασίας. Οι ποινές. Και κυρίως οι διαφορετικές πληροφορίες που φαίνεται ότι είχαν στη διάθεσή τους το πανεπιστήμιο, η πανεπιστημιακή αστυνομία και η τοπική εισαγγελία.

Μεγάλα αμερικανικά μέσα άρχισαν να ερευνούν την υπόθεση.

Ο Van Houten ανακοίνωσε ότι την ανοίγει ξανά.

Αλλά η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης Kathy Hochul προχώρησε ακόμη περισσότερο.

Την 1η Οκτωβρίου 2026 όρισε το γραφείο της Γενικής Εισαγγελέως της Νέας Υόρκης ως ειδικό εισαγγελέα για την υπόθεση.

Η Letitia James ανέλαβε πλέον τη νέα ποινική έρευνα.

Η ίδια δήλωσε ότι η διαδικασία θα καθοδηγηθεί από τα γεγονότα και τον νόμο και ότι οι πολίτες πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται πως μια καταγγελία εγκλήματος θα ερευνάται πλήρως και δίκαια.

Η υπόθεση είχε πλέον φύγει από τα χέρια της τοπικής εισαγγελίας.

Και το campus αντιδρά

Στις αρχές Οκτωβρίου οι αντιδράσεις μέσα στο Cornell μεγάλωσαν.

Εκατοντάδες φοιτητές, εργαζόμενοι και μέλη της κοινότητας συμμετείχαν σε συγκεντρώσεις ζητώντας μεγαλύτερη διαφάνεια, αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης της σεξουαλικής βίας και καλύτερη εκπαίδευση της campus police. Στη μεγάλη κινητοποίηση της 5ης Οκτωβρίου, το Reuters υπολόγισε ότι οι συμμετέχοντες μπορεί να ξεπέρασαν τους 1.000.

Και πλέον η πίεση δεν αφορά μόνο μια παλιά απόφαση.

Αφορά την ίδια τη διοίκηση του πανεπιστημίου.

7 Οκτωβρίου 2026: υπό έλεγχο και το ίδιο το Cornell

Ενώ γράφεται αυτό το άρθρο, υπάρχει ακόμη μία εξέλιξη.

Το Cornell ανέθεσε στην Sally Yates, πρώην αναπληρώτρια Γενική Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών, να πραγματοποιήσει ανεξάρτητη έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο το πανεπιστήμιο χειρίστηκε την υπόθεση.

Η έρευνά της δεν θα αφορά μόνο τη συγκεκριμένη καταγγελία. Θα εξετάσει τις διαδικασίες διερεύνησης και πειθαρχίας, τον χειρισμό από την πανεπιστημιακή αστυνομία και την εποπτεία fraternities, sororities και άλλων φοιτητικών οργανώσεων.

Το Board of Trustees δημιούργησε ειδική επιτροπή για την εποπτεία της διαδικασίας και ανακοίνωσε ότι η Yates θα έχει ανεξαρτησία στην έρευνα.

Πορτραίτο γυναίκας με κοντά καστανά μαλλιά, φορώντας σακάκι, με φόντο την αμερικανική σημαία.

Sally Q. Yates, πρώην Deputy Attorney General των ΗΠΑ, η οποία ανέλαβε την ανεξάρτητη έρευνα για τον χειρισμό της υπόθεσης από το Cornell. Photo: U.S. Department of Justice / Wikimedia Commons, Public Domain.

Και η κρίση έχει φτάσει μέχρι την ηγεσία του ιδρύματος.

Η Faculty Senate προετοιμάζεται να εξετάσει πρόταση μη εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση, ενώ μέρος των φοιτητών ζητά την αποχώρηση του προέδρου Michael Kotlikoff.

Μέχρι αυτή τη στιγμή εξακολουθούν να μην έχουν ασκηθεί ποινικές κατηγορίες στους επτά άνδρες.

Αλλά κάτι έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Δύο χρόνια μετά τη νύχτα στο Chi Phi, δεν βρίσκεται πλέον υπό εξέταση μόνο το τι έγινε μέσα σε ένα δωμάτιο. Υπό εξέταση βρίσκεται και το ίδιο το Cornell.

Δεν μιλάμε για οποιοδήποτε πανεπιστήμιο

Και εδώ είναι που, για μένα, η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Το Cornell είναι Ivy League.

Αυτό δεν σημαίνει απλώς ένα εξαιρετικό πανεπιστήμιο.

Τα Ivy League και τα υπόλοιπα λεγόμενα Ivy-Plus αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους χώρους συγκέντρωσης οικογενειακού πλούτου, κοινωνικών δικτύων και μελλοντικής εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Cornell είναι κοινωνικοοικονομικά πιο ανοικτό από αρκετά άλλα Ivy. Πρέπει να ειπωθεί.

Αλλά ακόμη και εκεί, τα ιστορικά στοιχεία είναι εντυπωσιακά.

Σύμφωνα με στοιχεία οικονομικής κινητικότητας που είχε δημοσιοποιήσει το ίδιο το Cornell:

Οικονομικό υπόβαθροΠοσοστό φοιτητών
Οικογένειες στο ανώτερο 20% των εισοδημάτων64%
Οικογένειες στο πλουσιότερο 1%10%

Τα δεδομένα αφορούν παλαιότερες φορολογικές κοόρτες και δεν περιγράφουν τη σημερινή ακριβή σύνθεση του campus. Δείχνουν όμως πόσο ισχυρή είναι ιστορικά η παρουσία των εύπορων οικογενειών ακόμη και στο πιο κοινωνικοοικονομικά ανοικτό τμήμα της Ivy League.

Η μεγάλη μελέτη των Raj Chetty, David Deming και John Friedman πηγαίνει παραπέρα.

Μεταξύ νέων με παρόμοιες επιδόσεις SAT/ACT, τα παιδιά του ανώτερου 1% έχουν περίπου διπλάσια πιθανότητα να γίνουν δεκτά σε Ivy-Plus πανεπιστήμιο από παιδιά χαμηλών ή μεσαίων εισοδημάτων.

Οι ερευνητές αποδίδουν μεγάλο μέρος της διαφοράς σε legacy preferences, μη ακαδημαϊκές αξιολογήσεις και athletic recruitment.

Δεν μιλάμε λοιπόν μόνο για τα καλύτερα παιδιά της Αμερικής.

Μιλάμε επίσης, σε δυσανάλογο βαθμό, για παιδιά οικογενειών που έχουν ήδη χρήματα, διασυνδέσεις ή κοινωνικό κεφάλαιο.

Και κάποιες από αυτές τις οικογένειες χρηματοδοτούν το πανεπιστήμιο

Εδώ υπάρχει μια σχέση που συνήθως περνά λίγο απαρατήρητη στην Ευρώπη.

Τα μεγάλα αμερικανικά ιδιωτικά πανεπιστήμια βασίζονται σε τεράστιο βαθμό στη philanthropy.

Η τελευταία μεγάλη καμπάνια του Cornell, To Do the Greatest Good, ολοκληρώθηκε το 2026 έχοντας συγκεντρώσει σχεδόν 6,8 δισεκατομμύρια δολάρια σε gifts και commitments από περισσότερους από 500.000 δωρητές.

Και οι δωρητές δεν είναι μόνο παλιοί απόφοιτοι.

Το Cornell έχει ειδικό πρόγραμμα philanthropy για τις οικογένειες των σημερινών φοιτητών.

Οι γονείς που δωρίζουν τουλάχιστον 15.000 δολάρια τον χρόνο μπορούν να γίνουν Cornell Family Fellows. Το ίδιο το πανεπιστήμιο εξηγεί ότι οι οικογένειες αυτές έχουν ειδικά προγράμματα, συναντήσεις με deans και senior leaders, seminars με καθηγητές και ευκαιρίες άμεσης επαφής με την ηγεσία του ιδρύματος.

Cornell philanthropyΜέγεθος
To Do the Greatest Good campaignσχεδόν $6,8 δισ.
Δωρητές στην καμπάνια500.000+
Ελάχιστη ετήσια δωρεά για Family Fellows$15.000

Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Δεν υπάρχει δημόσιο στοιχείο ότι κάποια οικογένεια από τους συγκεκριμένους άνδρες επηρέασε οικονομικά ή με άλλον τρόπο τον χειρισμό της υπόθεσης.

Δεν θα ήταν έντιμο να το υπονοήσουμε.

Υπάρχει όμως ένα εύλογο θεσμικό ερώτημα.

Όταν ένας οργανισμός καλείται να ερευνήσει τη συμπεριφορά του παιδιού μιας οικογένειας που θα μπορούσε ταυτόχρονα να αποτελεί σημαντικό χρηματοδότη, η αντικειμενικότητα δεν αρκεί να υπάρχει.

Πρέπει και να μπορεί να αποδειχθεί.

Και ίσως γι’ αυτό τέτοιες υποθέσεις δεν θα έπρεπε ποτέ να μένουν αποκλειστικά μέσα στους τοίχους του ίδιου του πανεπιστημίου.

Από το Ivy League στις θέσεις εξουσίας

Υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο που θεωρώ ακόμη σημαντικότερο.

Τα Ivy-Plus πανεπιστήμια εκπροσωπούν μόλις ένα πολύ μικρό κομμάτι της αμερικανικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Περίπου 0,8% των ανθρώπων που φοίτησαν σε college πέρασαν από ένα Ivy-Plus.

Αν όμως κοιτάξουμε ποιοι βρίσκονται αργότερα στις κορυφαίες θέσεις της αμερικανικής κοινωνίας, η εικόνα αλλάζει.

ΟμάδαΠοσοστό που φοίτησε σε Ivy-Plus
Σύνολο college attendees0,8%
Top 1% εισοδημάτων7,8%
Fortune 500 CEOs11,6%
U.S. Senators25%
Πρόεδροι των ΗΠΑ από το 196141,7%
Δικαστές Supreme Court από τη δεκαετία του 196071,4%

Τα στοιχεία αφορούν συνολικά τα Ivy-Plus και όχι ειδικά το Cornell.

Αλλά αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον.

Δεν σημαίνουν ότι ένας απόφοιτος Ivy έχει 25% πιθανότητα να γίνει γερουσιαστής.

Σημαίνουν ότι ένας ελάχιστος εκπαιδευτικός πληθυσμός καταλαμβάνει αργότερα ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος των κορυφαίων θέσεων.

Η ίδια έρευνα βρήκε ότι η φοίτηση σε Ivy-Plus αντί για ένα πολύ καλό δημόσιο flagship university αυξάνει κατά περίπου 60% την πιθανότητα να φτάσει κάποιος στο ανώτερο 1% των εισοδημάτων, σχεδόν διπλασιάζει την πιθανότητα φοίτησης σε elite graduate school και περίπου τριπλασιάζει την πιθανότητα εργασίας σε prestigious firm.

Άρα δεν μιλάμε απλώς για ένα καλό πτυχίο.

Μιλάμε για πρόσβαση.

Σε ανθρώπους. Σε δίκτυα. Σε θέσεις. Και, αργότερα, σε εξουσία.

Και εδώ επιστρέφω στην υπόθεση Cornell

Δεν μπορώ να δω τη σεξουαλική παρενόχληση ή τη σεξουαλική βία στα πανεπιστήμια σαν μια «νεανική παρεκτροπή» που τελειώνει την ημέρα της αποφοίτησης.

Ειδικά σε τέτοια πανεπιστήμια.

Ένας 20χρονος μπορεί ήδη να έχει πίσω του μια ισχυρή οικογένεια.

Στο πανεπιστήμιο αποκτά ένα δεύτερο δίκτυο.

Συμφοιτητές. Fraternity brothers. Alumni. Professors. Recruiters.

Και δέκα ή είκοσι χρόνια αργότερα μπορεί να μη χρειάζεται πια ούτε την οικογένεια ούτε τη fraternity για να αισθανθεί ισχυρός.

Μπορεί να έχει αποκτήσει δική του εξουσία.

Να είναι ο προϊστάμενος.

Ο partner.

Ο άνθρωπος που αποφασίζει ποιος θα προσληφθεί και ποιος θα φύγει.

Ο CEO.

Ο γιατρός με νεότερους ανθρώπους κάτω από την εποπτεία του.

Ο πολιτικός.

Και εδώ το ερώτημα της ατιμωρησίας γίνεται πολύ πιο σοβαρό.

Γίνονται οι φοιτητές που παραβιάζουν όρια αργότερα πραγματικοί θηρευτές;

Δεν μπορούμε να το πούμε έτσι.

Και δεν θα το έγραφα ως βεβαιότητα.

Καμία σοβαρή έρευνα δεν επιτρέπει να κοιτάξουμε έναν συγκεκριμένο φοιτητή που κατηγορείται για sexual misconduct και να προβλέψουμε ότι στα 40 του θα γίνει σεξουαλικός θηρευτής.

Υπάρχουν όμως δεδομένα που κάνουν το ερώτημα κάθε άλλο παρά αβάσιμο.

Σε διαχρονική αμερικανική έρευνα 795 ανδρών φοιτητών, 238 ανέφεραν τουλάχιστον μία πράξη sexual coercion ή assault. Από αυτούς, 68% ανέφεραν επανάληψη αντίστοιχης συμπεριφοράς μέσα στα χρόνια της μελέτης.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται για self-reported συμπεριφορές σε συγκεκριμένο δείγμα και για ευρεία κατηγορία που περιλάμβανε από unwanted sexual contact έως rape. Δεν είναι ποσοστό που μπορεί να μεταφερθεί μηχανικά στον γενικό πληθυσμό ή στο Cornell.

Είναι όμως μια σοβαρή ένδειξη ότι για αρκετούς από εκείνους που ήδη εκδηλώνουν σεξουαλικά επιθετική συμπεριφορά, το περιστατικό δεν είναι αναγκαστικά μεμονωμένο.

Υπάρχει και το περιβάλλον της fraternity.

Διαχρονική μελέτη 772 ανδρών φοιτητών βρήκε ότι η συμμετοχή σε fraternity συνδεόταν με αυξημένη μελλοντική sexual aggression ακόμη και όταν οι ερευνητές προσπάθησαν να ελέγξουν χαρακτηριστικά που υπήρχαν πριν από την ένταξη. Συνδεόταν επίσης με περισσότερο binge drinking και με μεγαλύτερη αντίληψη ότι οι peers επιδίδονται σε sexual aggression.

Και η ίδια η έρευνα του Cornell για το 2025 έχει ένα στοιχείο που δύσκολα αγνοείται.

Cornell undergraduate womenΑνέφεραν sexual assault κατά τη φοίτησή τους
Σύνολο35%
Greek-affiliated52%
Μη Greek-affiliated29%

Το response rate ήταν μόλις 13%, άρα το ίδιο το Cornell προειδοποιεί ότι τα ποσοστά πρέπει να ερμηνεύονται προσεκτικά.

Αλλά η διαφορά ανάμεσα στο 52% και το 29% ήταν αρκετά μεγάλη ώστε η Presidential Task Force να τη συμπεριλάβει στα βασικά ευρήματά της.

Το στοιχείο που αλλάζει μετά την αποφοίτηση είναι η εξουσία

Και εδώ είναι, νομίζω, το σημείο που με απασχολεί περισσότερο.

Η έρευνα γύρω από τη σεξουαλική παρενόχληση έχει αναδείξει επανειλημμένα τη σημασία των power differentials.

Όταν ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει τη δουλειά σου, την αξιολόγηση, την προαγωγή, το εισόδημά σου ή ολόκληρη την καριέρα σου, η σχέση δεν είναι πλέον ισότιμη. Και η δυνατότητα του λιγότερο ισχυρού να αντιδράσει ή να καταγγείλει γίνεται πολύ πιο δύσκολη.

Άρα το ερώτημα δεν είναι αν ένας νεαρός που παραβιάζει τα όρια μιας γυναίκας μέσα σε ένα fraternity house θα εξελιχθεί αναγκαστικά σε δράστη αργότερα.

Το ερώτημα είναι:

Τι μαθαίνει ένας άνθρωπος αν στα είκοσί του παραβιάσει τα όρια κάποιου και το περιβάλλον γύρω του τού δείξει ότι οι συνέπειες μπορούν να απορροφηθούν;

Και τι συμβαίνει αν ο ίδιος άνθρωπος, δέκα ή είκοσι χρόνια αργότερα, έχει πλέον όχι μόνο οικογενειακή προστασία και γνωριμίες αλλά πραγματική προσωπική εξουσία πάνω σε άλλους;

Εδώ, για μένα, βρίσκεται η πιο δύσκολη πλευρά της υπόθεσης Cornell.

Δεν μιλάω για τιμωρία χωρίς απόδειξη

Δεν πιστεύω ότι ένα πανεπιστήμιο πρέπει να καταστρέφει τη ζωή ενός φοιτητή επειδή κάποιος τον κατήγγειλε.

Ούτε ότι μια καταγγελία ισοδυναμεί με ενοχή.

Το τεκμήριο αθωότητας υπάρχει για λόγο.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο.

Τα πανεπιστήμια αυτά δεν δίνουν απλώς ένα degree.

Δίνουν ένα credential, ένα κοινωνικό δίκτυο και πρόσβαση σε έναν κόσμο που για τον περισσότερο πληθυσμό παραμένει πολύ πιο δύσκολα προσβάσιμος.

Άρα, όταν εξετάζουν σοβαρές παραβιάσεις της συναίνεσης, η ευθύνη τους είναι διπλή.

Απέναντι στο πιθανό θύμα.

Αλλά και απέναντι στην κοινωνία στην οποία θα στείλουν τους αποφοίτους τους.

Και τελικά;

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πού θα καταλήξει η έρευνα της Letitia James.

Μπορεί να ασκηθούν κατηγορίες.

Μπορεί και όχι.

Οι επτά άνδρες δικαιούνται να μην αντιμετωπίζονται ως ένοχοι πριν υπάρξει δικαστική κρίση.

Η Jane Doe δικαιούται, αντίστοιχα, η καταγγελία της να εξεταστεί ολόκληρη και όχι μέσα από μια ελλιπή εικόνα.

Για μένα όμως το μεγαλύτερο ερώτημα έχει ήδη ξεφύγει από τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση.

Αφορά το πώς λειτουργούν τα ιδρύματα που εκπαιδεύουν μεγάλο μέρος της αυριανής ελίτ.

Την ίδια στιγμή που ερευνούν παιδιά ισχυρών οικογενειών, δέχονται δισεκατομμύρια σε δωρεές από alumni και γονείς.

Την ίδια στιγμή που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τη σεξουαλική βία, φιλοξενούν κοινωνικά συστήματα όπως οι fraternities, όπου το αλκοόλ, η ομάδα, η κοινωνική ισχύς και η αίσθηση προνομίου μπορούν, σε ορισμένα περιβάλλοντα, να δημιουργήσουν ένα πολύ επικίνδυνο μείγμα.

Και γνωρίζουν ότι κάποιοι από αυτούς τους νέους ανθρώπους θα βρεθούν αργότερα πολύ ψηλά στην κοινωνική και επαγγελματική ιεραρχία.

Δεν ξέρουμε αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι του Cornell θα βρεθούν ποτέ σε αυτές τις θέσεις.

Δεν είναι αυτό το θέμα.

Το θέμα είναι το μήνυμα που δίνει ένας θεσμός όταν η παραβίαση των ορίων αντιμετωπίζεται σαν κάτι που μπορεί να περιοριστεί, να διευθετηθεί ή να ξεχαστεί.

Γιατί η ατιμωρησία, όταν καλλιεργείται νωρίς, δεν μένει απαραίτητα πίσω στο campus όταν τελειώσουν οι σπουδές.

Μπορεί να αποφοιτήσει μαζί με τον φοιτητή.

Και την επόμενη φορά εκείνος να μην έχει απέναντί του μια συμφοιτήτρια.

Να έχει μια εργαζόμενη που φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά της.

Μια νεότερη συνεργάτιδα που εξαρτάται από την αξιολόγησή του.

Έναν άνθρωπο που ξέρει ότι το «όχι» έχει κόστος.

Και ίσως αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο όσα συνέβησαν — και όσα δεν συνέβησαν — στο Cornell δεν αφορούν μόνο το Cornell.


Το άρθρο αποτυπώνει τις διαθέσιμες πληροφορίες έως τις 7 Οκτωβρίου 2026. Η υπόθεση βρίσκεται σε ενεργή ποινική και αστική διαδικασία. Οι πράξεις που αποδίδονται στους εμπλεκομένους αποτελούν καταγγελίες και όχι δικαστική διαπίστωση ενοχής.

Πηγές έρευνας

Reuters, Associated Press, CBS News, Washington Post, Office of the New York Attorney General, Cornell University, Cornell Presidential Task Force on Campus Sexual Assault, Opportunity Insights / Raj Chetty – David Deming – John Friedman, National Academies και δημοσιευμένες longitudinal studies για sexual aggression και fraternity culture.