«Η φωτογραφία που λύγισε το διαδίκτυο»

prosfigopoulo-528έλεγε ο τίτλος του άρθρου σε γνωστό site ειδήσεων.

Την κράτησα αυτήν την φωτογραφία. Κάθε λίγο μέσα στη διάρκεια της ημέρας την άνοιγα και την παρατηρούσα. Ένα παιδί μόνο… ένα προσφυγόπουλο.

Αργότερα στα δελτία ενημερωθήκαμε ότι το παιδί δεν ταξίδευε ασυνόδευτο, απλά έτυχε η λήψη να το πετύχει λίγο πιο πίσω από την υπόλοιπη οικογένειά του.

Πόσο να είναι αυτό το παιδί; 4-5 χρονών; γίνεται ένα τόσο μικρό παιδί να είναι τόσο ενήλικο; αυτά τα μάτια του εκφράζουν απώλεια, πόνο, φόβο, πείσμα, αποφασιστικότητα, καρτερικότητα. Τα μάτια ενός ώριμου μεγάλου ανθρώπου.

Αυτό το αγόρι πιθανότατα έφυγε μωρό η νήπιο από μια πραγματικότητα που δεν θα θυμάται σύντομα καθόλου, είδε την βία, τον πόλεμο, βίωσε τον φόβο, έχει μια ελπίδα να φτάσει ΕΚΕΙ… κανείς δεν ξέρει ακριβώς που θέλει να φτάσει και τι θα έπρεπε να περιμένει στο μέλλον. Όπως άλλωστε και κανείς άλλος από τους κυνηγημένους πρόσφυγες. Πρωτεύει η ασφάλεια, η επιβίωση.

Αυτά όλα τα παιδιά, που ελπίζουμε να φτάσουν σε ασφαλές περιβάλλον και να μην έχουν την τύχη των χιλιάδων παιδιών που έφτασαν σώα σε χώρες της Ευρώπης και από εκεί έπεσαν θύματα trafficking και εξαφανίστηκαν, πως θα διαχειριστούν όλο αυτό που έζησαν και τους σημάδεψε;

Πως θα διαχειριστούν τη ζωή, τα όνειρά τους, όταν θα έχουν κλειδώσει μέσα τους βαθιά την παιδικότητά τους όπως οι άνθρωποι θάβουν ό,τι τους πληγώνει; Πως θα χτίσουν το μέλλον τους;

Ελπίζω αυτή η αποφασιστικότητα που διακρίνω στα μάτια του μικρού προσφυγόπουλου της φωτογραφίας, αυτό το πείσμα, να το βοηθήσουν να επιβιώσει στην σκληρή κοινωνία που θα κληθεί να μεγαλώσει ως παντοτινός ξένος, να διεκδικήσει την δική του θέση, να μην αφήσει κανέναν να τον μειώσει και να του κόψει την πορεία προς ένα μέλλον για τον ίδιο και για όλα τα παιδιά που ξεφεύγουν από την φρίκη του πολέμου, μέσα στις «ροές προσφύγων».

Νίκου Καζαντζάκη – Αναφορά στον Γκρέκο

(Μου το θύμισε φίλος με τις ευχές του και τον ευχαριστώ…)

 

2015-12-25 10.41.35

Η ευχή του δασκάλου…

»Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. Έκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνιγόμουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου.

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ‘βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!»