Ο Αύγουστος είναι κακός μήνας – Έντνα Ο’ Μπράιαν

2014-08-01 19.55.39

¨….. Ο ήλιος, ο χαυνωτικός ήλιος, ήταν ό,τι λαχταρούσε. Τεντώνοντας τα πόδια της σε όλο τους το μάκρος, έκλεινε τα μάτια της και τον άφηνε να ποτίζει μέσα της και προσεύχονταν να γίνει δυνατότερος όσο γίνεται πιό δυνατός έτσι που όλοι οι άλλοι άνθρωποι θα’παιρναν δρόμο και κείνος θα συγκεντρώνονταν μονάχα πάνω της. Πίστευε πως η παρουσία των άλλων της στερούσε λίγο από το πύρωμά του. Δεν της αρκούσε που θα ψηνόταν το δέρμα της, τον ήθελε να την διαπεράσει, να χυθεί μέσα στα μέλη της σαν καθαρή φωτιά και να γίνει κομμάτι της ενέργειά της. Δεν μιλούσε σε κανέναν τώρα, δεν κοίταζε κανέναν, κάμποσες φορές έβλεπε μέσα απ’ τα γυαλιά της  ανθρώπους να προσπερνάνε, σκιές που έρχονταν ανάμεσα σε κείνη και στον ήλιο και ποτέ δεν σκοτίστηκε αν ήταν άντρες η γυναίκες. Άλλαξε προοδευτικά. Το δέρμα της άλλαξε σε χρυσοκόκκινο – το χρώμα να βαθαίνει κάθε μέρα και τη νύχτα να πηγαίνει για ύπνο και να σκέφτεται μονάχα το πρωί και το βάφτισμα της φωτιάς της επόμενης μέρας. Θάπρεπε να νοιώθει λυπημένη. Θάπρεπε να κλαίει. Αλλά αρνιόταν να σκεφτεί έξω απ’ το περιβάλλον της ασπροκίτρινης ζέστης που την υπνώτιζε.»

Ένα βιβλίο από την εφηβεία μου από μια συγγραφέα που ξέρει να γράφει για κορίτσια. Νομίζω κάθε κορίτσι πρέπει να διαβάσει την Έντνα Ο’ Μπράιαν στο δρόμο της ως να γίνει γυναίκα. Καμμιά φορά και μετά, οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν ημερολογιακά πάντα.

Και με το φως του λύκου επανέρχονται – Ζυράννα Ζατέλη

20140314_182213

 

Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’αφήσεις σ’έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες, θα ξαναγίνουν λύκοι.

Αυτά είπε κάποιος ένα βράδυ, και με αφορμή την συγκίνηση κι έναν πολύπλοκο στην αμεσότητά του συνειρμό που μου προκάλεσε ο λόγος του, άρχισα να ανακαλώ κάποιες παλιές ιστορίες.

Την αφορμή αυτή ενίσχυσαν – σαν αντίστροφος κατοπτρισμός – οι παρακάτω στίχοι του Paul Celan:

Άγριο αυτό

που αργότερα

-στον δρόμο-

έγινε ξεκάθαρο.

Εξώφυλλο Δέρμα Ενός Βιβλίου – ΠΑΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

p.o.

 

                                                                 

 

 

 

 

Μας υφαίνει

η υπομονετική

αράχνη του χρόνου

το σάλιο της

ορίζει

τις μέρες μας

κολλώδες

όπως

η σιωπή

σε φιλί αποχωρισμού

επίμονο

σαν αντίλαλος κρότος

στα τοιχώματα

μιας τραχειοτομής

έρπεται

ανάμεσα

στις ώρες μας

ανεπαίσθητα

όπως

το ίχνος που αφήνουν

τ’ ακροδάχτυλα

μιας γυναίκας

στο ξεχασμένο

από τον έρωτα κορμί

μας λιγώνει

μας παραλύει

μας μεθά τόσο που

δεν ακούμε

την χλαπαταγή

από τις πανοπλίες

των ημερών

–περνούν συντεταγμένες–

ή τους μήνες

που φωνάζουν

απ’ τα χαράματα

κραδαίνοντας

για θεώρηση

στην ουρά

το

βιβλιάριο ενσήμων μιας ζωής

ο ιστός της

τυλίγει

τις νύχτες μας

αδιόρατος

όπως

το σκίρτημα

μιας πεταλούδας

στο κουκούλι της

ανάλαφρος

όπως

οι γάζες στις πληγές

πριν βυθιστούνε

στο νερό

και πάρουνε το σχήμα

και το βάρος

μιας γύψινης ζωής                                                  

@contrabando καλό σου ταξίδι, όπως όλοι οι άνθρωποι που φύγαν θα ζείς μέσα από τις αναμνήσεις που δημιούργησες με άλλους ανθρώπους και το πνευματικό σου κληροδότημα