Το μαύρο κουτί

2014-04-27 12.44.51

«..Δεν ωφελεί πια, Ιλάνα. Το μίσος μου ξεφτά από πάνω μου σαν παλιός σοβάς. Με το φως από νέον στο δωμάτιο, με τις αστραπές να πέφτουν ίσια στη λίμνη μες στο σκοτάδι, δεν έχω την παραμικρή δύναμη να νικήσω το κρύο που μου τρυπάει τα κόκαλα. Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απλό: μόλις κόπηκε το ρεύμα, σταμάτησε και το καλοριφέρ. Κι εγώ σηκώθηκα και φόρεσα μια ζακέτα. Αλλά τα πράγματα, όπως φαίνεται, δεν καλυτέρεψαν. Το μίσος μου ξεφεύγει από τα χέρια, σαν το ξίφος του Γολιάθ, όταν αυτός χτυπήθηκε απ’ το χαλίκι. Αυτό το ξίφος θα σηκώσεις από το έδαφος εσύ και θα μ’αποτελειώσεις. Αλλά και πάλι δεν μπορείς να καυχηθείς για τίποτα: έσφαξες έναν ετοιμοθάνατο δράκοντα. Μπορεί να πάρεις λίγη δόξα επειδή με γλίτωσες απ’ τα βάσανά μου……. Κάποτε σ’αγαπούσα κι είχα μια εικόνα στο μυαλό μου: εσύ κι εγώ ένα βράδυ του καλοκαιριού καθόμασταν στην βεράντα του σπιτιού μας κοιτώντας εμπρός μας τους λόφους της Ιερουσαλήμ κι ένα μικρό παιδί έπαιζε με τα κυβάκια του. Γυαλιά ηλίου στο τραπέζι και μια εφημερίδα που δεν τη διαβάζαμε. Κι εσύ κεντούσες ένα τραπεζομάντιλο ενώ εγώ έφτιαχνα έναν πελεκάνο από κουκουνάρια και ξυλαράκια. Αυτή ήταν η εικόνα. Δεν μπορέσαμε. Και τώρα είναι αργά πια.»

Άγγελου Σικελιανού – Γράμματα στην Άννα

20140314_182827

Το πρώτο Γράμμα (14 Απριλίου 1938)

Πηγή πηγών, η ένωσή μας είν’ απόλυτη, τελειωτική. Ο κόσμος έχει σβήσει. Αστραπές θεϊκές διαβαίνουνε διαρκώς το νου μου. Το βλεφαροσάλεμά Σου μου σκεπάζει και μου ξεσκεπάζει το βυθό του σύμπαντος και του εαυτού μου. Ο κόσμος τώρα πρέπει να ξαναπλαστεί!

Το υπουργείο του φόβου

2014-04-19 16.08.35

«Είχε υπάρξει μια εποχή που είχε φίλους, όχι πολλούς γιατί δεν ήταν ο «άνθρωπος της αγέλης» – αλλά γι’ αυτό το λόγο, στις λίγες φιλίες του είχε αφιερωθεί  βαθιά. Στο σχολείο υπήρχαν τρείς. Είχαν μοιραστεί  ελπίδες, μπισκότα, αμέτρητες φιλοδοξίες, αλλά τώρα δε θυμόταν τα ονόματα η τα πρόσωπα. Κάποτε το είχε σταματήσει στην Πικαντίλλι Σέρκους ένας περίεργος γκριζομάλλης, με λουλουδάκι στη μπουτονιέρα, σταυρωτό γιλέκο και ιδιόρρυθμα σχολαστικούς τρόπους – έναν αέρα μιας αβέβαιης και μάλλον φθαρμένης ευμάρειας.»