Γκας ο γκάνγκστερ

20140314_182758

«Η εικόνα έσβησε μ’ εμένα και τον Γκας αγκαλιασμένους, μέσα στο πλήθος που μας κοιτούσε με συμπάθεια κι έκλαιγε. Λες να πέθανε στ’ αλήθεια ο Γκας, Νανά; Ξέρω, όνειρο ήταν κι εκείνο θα έπρεπε να ρωτήσω, αλλά κι εσύ όνειρο είσαι, γι’ αυτό και σε ρωτάω. Τουλάχιστον μην πεθάνεις εσύ, Νανά. Και να πέθανε εκείνος, εγώ όταν ακούω τ’ όνομά του γυρίζω, αν πεθάνεις εσύ, θ’ ακούω τ’ όνομά σου από το στόμα μου και θα σε ψάχνω μέσα μου χωρίς να σε βρίσκω.

Μη μου το κάνεις αυτό, Νανά, γιατί θα παλαβώσω. Σε παρακαλώ, περίμενέ με.»

Νυχτερινή πτήση

OLYMPUS DIGITAL CAMERA φωτό: Δ.Σεϊτανίδης

θέση στο παράθυρο

δίπλα στα σύννεφα

που τρέχουν

στη νυχτερινή πτήση

γι’ άλλον τόπο, εκεί

που περιμένουν

σχήματα και μορφές

μάτια μέσα στην ομίχλη

που προσπερνούν

δείχνει τόσο εύκολο

ν’απλώσεις το χέρι έξω

που σε προκαλούν

στο άνγωστο, στον χρόνο,

να ταξιδέψεις,  στ’ όνειρο,

στις φαντασιώσεις σου όλες

που δείχνουν πια τόσο πραγματικές….

Μ.Σωτηριάδου

ποίηση (σκέψεις προσωπικές)

Φωτισμένο ποστάλι* 

ένα καράβι στο πέλαγος

γεμάτο φωτισμένες ψυχές

που ταξιδεύουν ψάχνοντας

νέες ζωές να κατοικήσουν

κοινή μοίρα για καλούς και κακούς

παράδεισος και κόλαση συμπλέουν

πόθοι, πάθη, αρετές, αμαρτίες

αποκομμένα πάνω στην πλωτή πολιτεία

μέσα στο σκοτάδι φέγγει σαν αστέρι

μακρινό κι αυτό σαν ένας άλλος πλανήτης

μοναχικό πλέει τη ρότα του ακούραστο

μ’ όλες τις ελπίδες του βασισμένες στον προορισμό

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

φωτό:Δ.Σεϊτανίδης

* ποστάλι στη ναυτική ορολογία είναι το επιβατηγό πλοίο

Μ.Σωτηριάδου

ποίηση (η αρχή)

Λευκή Σελίδα

κενή σελίδα

θα σε κατακτήσω

με την πέννα μου

θα σε ταξιδέψω

τους θησαυρούς μου

θα σου χαρίσω

με θέλω και όνειρα

θα σε στιγματίσω

με αναμνήσεις

θα σε στοιχειώσω

για να ξορκίσω το τίποτα…

Μ.Σωτηριάδου

Middlesex

20140314_182130

 

Ο,τι ξεχνούν οι άνθρωποι, τα κύτταρα το θυμούνται. Το σώμα, αυτός ο ελέφαντας

 

«..Τώρα όμως, σε ηλικία σαράντα ενός χρόνων, νιώθω πως επίκειται μια γέννηση ακόμα. Μετά από δεκαετίες αμέλειας, συνειδητοποιώ ότι συλλογίζομαι εκλιπόντες θείους και θείες, παππούδες χαμένους από καιρό, άγνωστα πέμπτα ξαδέλφια η, στην περίπτωση μια ενδογαμικής οικογένειας σαν τη δική μου, όλες αυτές οι συγγένειες σε ένα. Κι έτσι, πριν να είναι πολύ αργά, θέλω να τα πω όλα, χαρτί και καλαμάρι: όλη αυτήν την περιδίνηση του ενός και μόνου γονιδίου μές στο χρόνο. Έννεπε, Μούσα, τώρα, για την υπολειπόμενή μετάλλαξη του πέμπτου χρωμοσώματός μου! Ψάλλε το πως άνθισε δυόμισι αιώνες πριν πάνω στις πλαγιές του Ολύμπου, ενώ βέλαζαν κατσίκια κι έπεφταν οι ελιές. Ψάλλε πως πέρασε μέσα από εννιά γενιές, καταλήγοντας αόρατο στη μολυσμένη στέρνα της οικογένειας Στεφανίδη…»